ENAΣ ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ

Ένας περίεργος ήταν

Tον ανακάλυψα το 1994. Όταν ετοίμαζα τον αφιερωματικό τόμο για τον Κόντογλου. Τότε, μου πρόσφερε ένα καταπληκτικό κείμενό του η Μαρία Καραββία από το αρχείο της. Αισθάνομαι ότι, ίσως, είχε τον Κόντογλου σαν πατέρα ή σαν μεγάλο του αδελφό.

Ο Τζούλιο ή Ιούλιος Καΐμης ήταν συνομήλικος του Κόντογλου και συμφοιτητής του στην Καλών Τεχνών, φίλος του Τσαρούχη (του σύστησε τη Ρόζα Εσκενάζι), του Δούκα, του Πικιώνη και του Παπατσώνη, γνώρισε τον Παπαδιαμάντη, μαθητεύει στον Παρθένη στην Καλών Τεχνών, και είναι ένας από τους θαμώνες του Άσυλου Τέχνης του Βέλμου.

Ο Ιούλιος στον Άθωνα. Έχει αφήσει γένεια και το βαθύ βλέμμα του είναι αλλού. Πόσο σημερινός μοιάζει!

Δεν τον απασχολούσαν οι εκθέσεις, οι παραγγελίες, η κοινωνική προβολή. Χάριζε τα έργα του ή τα πωλούσε για ψίχουλα. Δεν είχε επιμελητές και δημοσιοσχεσίτες πλάι του. Δεν ενδιαφέρθηκε να ασκήσει εξουσία μέσα από την όποια αυθεντία θα πούλαγε. Δεν ήταν πετυχημένος για τα μέτρα της εποχής του και της εποχής μας. Πλήρωνε το φαγάκι του με ζωγραφιές που έδινε στους ταβερνιάρηδες. Ήταν αλλού.

Ένας περίεργος ήταν, ένας που έζησε κατά τον μανιακό και έγκυρο μελετητή του Μισέλ Φάις «τόσο προκλητικά ανεπίκαιρα». Στα μάτια μου μοιάζει ένας ασυμβίβαστος.

Αυτός ο ελληνόφωνος Εβραίος με καταγωγή από την Κέρκυρα, ο Τζούλιο Καΐμη. Διανοούμενος ανένταχτος, υπέροχος ζωγράφος και ένας από τους πρώτους μελετητές του Καραγκιόζη στον τόπο μας. Γεννήθηκε το 1897, δύο χρόνια μετά τον Κόντογλου. Πήγε στις Δελφικές γιορτές και εκείνα τα χρόνια είχε πάει στο Άγιον Όρος. Ένας Εβραίος στον Άθωνα. Ένας Εβραίος που έζησε με ανιδιοτέλεια και ταπεινότητα.

Αυτός ο άνθρωπος ανακάλυψε στις σκιές και το θέατρο του Καραγκιόζη την αγνότητα και την ενότητα της ελληνικής ψυχής. Έγραψε βιβλία για το αίσθημα του ωραίου, για βιβλικές ιστορίες, για τον Καραγκιόζη. Κυρίως λάτρεψε τη λαϊκή τέχνη και παράδοση, που πρόβαλε σε κάθε του ευκαιρία. Αγάπησε τον τόπο μας, δίχως να πέσει στην πλάνη του τοπικισμού, και δίχως να να παγιδευτεί στην ιουδαϊκή θρησκεία διατηρώντας ένα οικουμενικό πνεύμα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε σαν ξωτικό. Η δυσκολία στην ακοή ίσως επέτεινε την απομόνωση. Πέθανε πάμπτωχος, μόνος και αγνοημένος στην Αθήνα το 1982. Σαν ένας παπαδιαμαντικός ήρωας. Ταπεινός και καταφρονεμένος.

36309651_1350406988428755_1954807631235252224_o

Προσέχω τώρα το βλέμμα του όταν πήγε στο Όρος και διαβάζω την εξομολόγησή του για την πρώτη του συνάντηση με τον Σωτήρη Σπαθάρη, λίγα χρόνια πριν φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο. Είναι στη συνέντευξη στον Χατζόπουλο, στην Ελευθεροτυπία το 1979. Ο Τσαρούχης τον πηγαίνει να γνωρίσει τον Καραγκιοζοπαίκτη που λάτρευε η γενιά του ᾽30. Μόλις τον είδε ο Σπαθάρης του λέει: «Βλέπεις, είμαστε φτωχοί, αλλά η Τέχνη δεν φτωχαίνει».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s