ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΠΑΘΗ;

Γιατί κάθε χρονιὰ ἡ τἐλεση τῶν φρικτῶν Παθῶν τοῦ Ἰησοῦ μαγνητίζει μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο πιστοὺς ἢ λιγότερο πιστοὺς ἢ ἁπλῶς περίεργους;

Πρόκειται γιὰ μία ἐπιτέλεση (performance) τοῦ σωματικοῦ πόνου ποὺ συνδυάζει εἰκόνες καὶ ἤχους, μουσικὴ καὶ ποίηση, σὲ χρόνο ἐνεστώτα καὶ κορυφώνεται μὲ τὴν ἔξοδο τοῦ Ἐσταυρωμένου ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα μὲ τὸν ἱερέα νὰ ἐκφωνεῖ: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας».

Οἱ παρόντες τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας γεύονται μία ἐμπειρία τοῦ πόνου καὶ τῆς θλίψης τοῦ Ἰησοῦ στὸν ἐπίλογο τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Αὐτὴ ἡ θλίψη καὶ ὁ πόνος εἶναι στὸ ἐπίκεντρο τοῦ Ἠλία Μηνιάτη στὴν ὁμιλία του γιὰ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ «Εἰς τὸ Σωτήριον Πάθος»*. Ἕνας πόνος ποὺ δὲν εἶναι ἑλκυστικὸς ὡς θέμα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸς μὲ τὶς αἰσθήσεις: «Χριστιανοί, ὁποὺ μὲ ἀκούετε μὲ στυγνὰ μάτια, ἂν ἐγὼ διηγοῦμαι τόσον σύντομα μίαν τέτοιαν ἀξιοθρήνητον ἱστορίαν, συμπαθήσετέ μου. Διατὶ τοὺς πόνους, ὁποὺ ἐδοκίμασε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἐκείνην τὴν σκληρὰν Σταύρωσιν, τὴν λύπην, ὁποὺ ἐδοκίμασεν ἡ Ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ εἰς ἐκείνην τὴν ἄκραν ἀτιμίαν, καταλεπτῶς νὰ διηγηθῆ γλώσσα ἀνθρώπου εἶναι ἀδύνατον».

Καὶ πῶς μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν ἱστορία αὐτή; Ὁ Μηνιάτης ἀπαντᾶ: μὲ δάκρυα παρὰ μὲ λόγια. Ἀκριβῶς γιὰ τοῦτο ἐννοεῖ τὰ μαρτύρια τοῦ Ἰησοῦ ὡς τραγωδία, ἀπευθυνόμενος εὐθέως στὸ κοινὸ τῆς σύναξης: «Χριστιανοί, ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, ἂν ἄλλο, ὡσὰν ἐτοῦτο ἐστάθη μεγαλύτερον Πάθος. Ὁ Θειότατος Ἰησοῦς, χωρὶς κανένα ἔγκλημα, κατακρίνεται εἰς Θάνατον. Ἐδῶ εἶναι καὶ ἄκρα ἀτιμία, καὶ ἄκρα ἀχαριστία, καὶ ἄκρα συμφορά. Τρία κοντάρια εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἰησοῦ, ὁποὺ τὴν κάνουσιν ἀληθινὰ περίλυπον ἕως θανάτου. Καὶ ὅμως ἕως ἐδῶ εἶναι μοναχὰ τῶν Παθῶν τὰ προοίμια. Τὸ τέλος τῆς φριχτῆς τραγωδίας, ἐξίσταται ὁ νοῦς μου νὰ τὸ ἐξηγήση. Ἐδῶ ἐχρειάζοντο περισσότερα δάκρυα παρὰ λόγια».

264_224a

Ἡ μαστίγωση τοῦ Ἰησοῦ. Τοιχογραφία στὸν ἐξωνάρθηκα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου. (14ος αἰ.)

Ὑπάρχει ἡ κατανόηση τῶν Παθῶν ὡς ἱστορίας ποὺ ἀφορᾶ ὅμως τὴν ἀνθρώπινη σωτηρία καὶ γιὰ αὐτὸ κρούει τὸν κώδωνα, ἀφοῦ ἡ ἐπιτέλεση μπορεῖ νὰ ἐκπέσει σὲ ἕνα νεκρὸ θέατρο, σὲ μία παράσταση ποὺ νὰ μὴν ἀφορᾶ, καὶ νὰ μὴν ἔχει ἐπίδραση στὸ κοινό. Σὲ ἕναν μονόλογο ὁ κήρυκας γίνεται τὸ στόμα τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ: «Καὶ λοιπὸν κάθε χρόνον εἰς τὲς Ἐκκλησίες τῶν Χριστιανῶν θέλει γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν Παθῶν μου, ὡσὰν μία ἁπλὴ ἱστορία; Καὶ θέλει παρουσιάζεται ὁ Σταυρός μου, ὡσὰν μία σκηνὴ ἀπὸ ἐκεῖνες ὁποὺ φαίνονται εἰς τὰ θέατρα;»

Ἡ προσέγγιση τοῦ Μηνιάτη μὲ ὁδηγεῖ στὴ σκέψη ὅτι συχνὰ συγχέεται ὁ ρόλος τοῦ ἱεροκήρυκα καὶ δὲν διακρίνεται ὁ προπαγανδιστὴς καὶ φοβικὸς τοῦ ἡγεμονικοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸν ἀφιερωμένο λειτουργὸ πατέρα τῆς κοινότητας. Ὁ σκοπὸς τοῦ κήρυκα ὁ ὁποῖος διακονεῖ τὸν λαό του εἶναι νὰ λειτουργήσει ὡς σχεδιαστὴς ἑνὸς ἐπικοινωνιακοῦ πλαισίου. Εἶναι ἕνας καλλιτέχνης ὁ ὁποῖος σκοπεύει νὰ δημιουργήσει μία ἰδιαίτερη δράση ἐντὸς τῆς λατρείας: νὰ ἐνεργοποιήσει τὴ φαντασία τοῦ κοινοῦ του, νὰ θέσει τὸν ἀκροατή του ἀπὸ τὴν πλευρὰ ἐκείνου ποὺ πονάει, καὶ ἔτσι ἡ σύναξη (ἀνάλογα μὲ τὴ διαθεσιμότητα καὶ τὴν ἑτοιμότητα ποὺ ἔχει) μεταμορφώνεται σὲ μία κοινότητα ποὺ κοινωνεῖ τὸ μαρτύριο, ἄρα μπορεῖ νὰ μοιράζεται συναισθήματα. Μὲ τὰ λόγια τοῦ Μηνιάτη: «Οἱ Διδάσκαλοι κηρύττουσι τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ διὰ νὰ παρακινήσωσι τοὺς Χριστιανοὺς εἰς συμπάθειαν καὶ εἰς δάκρυα».

Ἡ συμπυκνωμένη ἀφήγηση τῶν ἐμπαιγμῶν ἀπὸ τὸν Μηνιάτη μὲ τὸν πληγωμένο καὶ καταματωμένο Ἰησοῦ εἰκονογραφεῖ ἐξαιρετικὰ τῶν Παθῶν τὸ «θέαμα τὸ ἐλεεινόν»: «Ὁ Πιλάτος τὸν παραδίδει εἰς τὰ χέρια τῶν Ἰουδαίων ἀποφασισμένον εἰς θάνατον: παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοὺς ἵνα σταυρωθῇ. Τί χαρά! Τί θρίαμβος τῶν Ἀρχιερέων, τῶν Πρεσβυτέρων καὶ τῶν Φαρισαίων! Τί συνδρομὴ τοῦ λαοῦ! Τί φωνές! Τί ἀλαλαγμοί; Τί ὕβρεις ἀνδρῶν, γυναικῶν, γερόντων, καὶ νέων, δούλων καὶ στρατιωτῶν, ὅταν τὸν βλέπουσι φορτωμένον μὲ ἕνα μέγαν καὶ βαρὺν Σταυρόν, συρόμενον ἀπὸ ὅλες τὲς στράτες τῆς Γερουσαλήμ, ὅλον ἵδρωτα εἰς τὸ πρόσωπον, ὅλον αἷμα εἰς τὸ κορμί, νὰ ἀνεβαίνη εἰς τὸν Γολγοθᾶ τόπον τῆς καταδίκης! Ἐδῶ δὲν ἔχει ἄλλην παρηγορίαν εἰς τὴν λύπην του, παρὰ τοὺς ἐμπαιγμούς, ἄλλην θαράπαυσιν εἰς τὸν ἀγώνα του, παρὰ ὄξος, ἐδῶ ἕτοιμοι οἱ στρατιῶται, ἕνας τὸν ἐκδύει, ἄλλος τὸν ρίπτει ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρόν, τοῦτος καρφώνει τὰ πόδια, ὅλοι ὁμοῦ ἀσικώνουσι τὸν Σταυρόν, καὶ τὸν Ἐσταυρωμένον.»

Στὸ πλαίσιο αὐτὸ τῆς performance τοῦ ἱεροκήρυκα δὲν προκαλεῖται φόβος γιὰ τὸν φόβο ἢ ἀγωνία γιὰ τὴν ἀγωνία σὲ ἀτομικὸ ἐπίπεδο, ὅπως σὲ μία κοινὴ ἱστορία θρίλερ. Μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα ἑνὸς παραπονεμένου Ἰησοῦ, τὰ πάντα ἀποσκοποῦν στὸ κτίσιμο δεσμῶν τῶν μελῶν τῆς κοινότητας, στὴ φιλαδελφία, στὸ θρέψιμο τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, στὴ δημιουργία ἢ τὴν ἐπιβεβαίωση μίας ταυτότητας. Θυσία καὶ ἀλληλεγγύη εἶναι τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ αὐτῆς τῆς συλλογικῆς ταυτότητας. Ἡ ἄσκηση τῆς ἀγάπης εἶναι ὁ στόχος.

* Διδαχαὶ εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, Βενετία 1793.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s