ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΦΙΛΙΑΣ

Τὸ εἰκόνισμα τῆς ἔγερσης τοῦ Λαζάρου στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὸ Μοναστηράκι.

Τὸ εἰκόνισμα τῆς ἔγερσης τοῦ Λαζάρου στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου στὸ Μοναστηράκι.

Κάπου διάβασα ἕνα σχόλιο τῆς Μάρως Βαμβουνάκη, πὼς τὸ Σάββατο πρὶν τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὴ μέρα μνήμης τοῦ Λαζάρου, γιορτάζουμε τὴ φιλία. Καὶ εἶναι καταπληκτικὸς ὁ τρόπος ποὺ τονίζεται αὐτὸς ὁ δεσμὸς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Λάζαρο ἀπὸ πατέρες καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο ἔδειξε φανερὰ τὰ συναισθήματά του καὶ δάκρυσε ὅταν ἔμαθε ὅτι αὐτὸς ποὺ ἀγαποῦσε εἶναι νεκρός. Στέκομαι σὲ ἕνα κήρυγμα τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτη (16ος αἰώνας) ὅπου τονίζεται μὲ ἔμφαση ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ταυτόχρονα εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἐπικοινωνιακή του προσέγγιση στὸ κοινὸ ποὺ εἶναι ἐκεῖ καὶ τὸν ἀκούει. Ὁ Δαμασκηνὸς παραθέτει καὶ μεταφράζει στὴ δημοτικὴ ἀμέσως τὰ βιβλικὰ χωρία, δὲν ἀφήνει γραμμὴ τοῦ εὐαγγελίου ἀσχολίαστη, προσθέτοντας κάποια ἑρμηνεία, ὥστε νὰ διευκολύνει τὴ σύναξη στὴν πρόσληψη τῆς Γραφῆς. Χαρακτηρίζει τὰ πρόσωπα τῆς ἱστορίας, ὅπως τὶς δύο ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου, ὅταν βρίσκει θερμότερη τὴ Μαρία ἀπὸ τὴ Μάρθα, γιατὶ εἶχε «πόθο» πρὸς τὸν Χριστό. Στὸ τέλος τοῦ κηρύγματος προσθέτει καὶ τὴν ἀρχαία παράδοση γιὰ τὴ δεύτερη ζωὴ τοῦ ἀγέλαστου, πλέον, Λάζαρου, στὴν Κύπρο, ὡς ἐπίσκοπος Κιτίου (Λάρνακας). Γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ κειμένου παραθέτω ὅσες ἐξηγήσεις θεωρῶ ἰδιαίτερα σημαντικὲς γιὰ τὴν ὑπόθεση τοῦ Λαζάρου.

Ἡ ἀνάσταση του Λαζάρου σὲ σαρκοφάγο. Ρώμη, Βατικανό, 4ος αἰ.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου στὴν κατακόμβη τῆς Πρίσκιλλα. ρώμη, 2ος αἰ.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου στὴν κατακόμβη τῆς Πρίσκιλλα. ρώμη, 2ος αἰ.

Ὅλα γοῦν τὰ ἀνθρώπινα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχέ τα. Μόνον ἁμαρτίαν ὁποὺ δὲν ἔκαμε, μηδὲ ψέμμα ὁποὺ δὲν ἐσὐντυχε ποτέ του. Τὰ δὲ ἄλλα πάντα εἶχέ τα, ὡς τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ἐλυπήθη, καὶ ἐδάκρυσε, καὶ ἐπεριπάτησε, καὶ ἐπείνασε, καὶ ἐδίψησε, καὶ ἵδρωσε. Κατὰ δὲ τὴν Θεότητα πάλιν, ἔκαμε τὰ θαύματα. Καὶ νεκροὺς ἀνάστησε, καὶ τυφλοὺς ὀμμάτωσε, καὶ ἄλλα θαύματα περισσότερα ἔκαμεν, ὁποὺ περισσὸν εἶναι σήμερον νὰ τὰ διηγούμεσθεν.

Διὰ νὰ ἰδῆτε δὲ τὴν ἀλήθειαν, ἀκούσατε τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ὅτι καὶ τὰ ἀνθρώπινα Κυρίου μᾶς διδάσκει, καὶ τὰ τῆς Θεότητος. Τὰ ἀνθρώπινα μὲν, ὡσὰν τὸ ἐδάκρυον ὁποὺ ἐδάκρυσεν. Ὡσὰν τὸ ἐρώτημα, ὁποὺ εἶπε: ποῦ τὸν ἐθάψετε; Τὰ τῆς Θεότητος δέ, ὡσὰν ἐκεῖ ὁποὺ εἶπεν: ἀπέθανε ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας καὶ ὡσὰν τὸ Λάζαρε δεῦρο.

Ἵνα δὲ μάθητε καταλεπτῶς τὴν ἔγερσιν τοῦ Λαζάρου, ἀκούσατε τοῦ θείου καὶ ἱεροῦ εὐαγγελίου. Φανερὸν μὲν εἶναι, εὐλογημένοι χριστιανοί, διατὶ ἐσυνάχθητε σήμερον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Πλὴν καὶ ἐγὼ νὰ τὸ εἰπῶ. Λάζαρος, ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸς μᾶς ἐσυνάθροισεν. Αὐτὸς μᾶς ἐκάλεσε σήμερον νὰ ἐορτάσωμεν, μᾶλλον δὲ ἡ ἔγερσίς του, αὐτὴ μᾶς ἐμάζωξε, διὰ νὰ ἰδοῦμεν μυστήριον καὶ θαῦμα Θεοῦ. Πῶς τετραήμερος νεκρὸς ἀναστήθη, πῶς βρωμεσμένος καὶ διαλυμένος νεκρός, ζωντανὸς παρευθὺς ἐφάνη. Πῶς δὲν ἐδυνήθη θάνατος, Πῶς δὲν ἠμπόρεσεν  ἃδης νὰ τὸν κρατήσῃ. Ἀμὴ πάραυτα μὲ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, εὐγῆκεν ὡς καὶ πρῶτον ζωντανός, καὶ γερός. Πῶς καὶ ὁ Κύριος σήμερον ἐφάνη Θεὸς ἀπὸ τὰ ἔργα του. Πῶς ἐγνώρισεν ὁ ἅδης, μᾶλλον δὲ ὁ διάβολος, ὅτι μέλλει νὰ κινδυνεύσῃ εἰς ὀλίγας ἡμέρας. Διὰ ταυτὸ ἐσυνάχθημεν.

Ἦτον λέγει τὶς ἄνθρωπος, Λάζαρος τὸ ὄνομά του, ἀπὸ τὴν χώραν τὴν Βηθανίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν χώραν, ἦτον ἡ Μαρία καὶ ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή της. Ἡ ὁποία Μαρία ἄλειψε τὸν Χριστὸν μὲ μύρον, καὶ μὲ τὲς τρίχες τῆς κεφαλῆς τῆς ἐσφόγγισε τὰ ποδάρια του. Αὐτηνῆς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένησε. Ὠσὰν ἠσθένησεν ὁ Λάζαρος οἱ ἀδελφές του ἔστειλαν ἀνθρώπους πρὸς τὸν Χριστόν καὶ εἶπάν τον: Κύριε, αὐτὸς ὁποὺ ἀγαπᾷς, ἤγουν ὁ Λάζαρος, ἀσθενεῖ. Λέγει τους ὁ Κύριος: Αὕτη ἡ ἀσθένεια δὲν εἶναι διὰ θάνατον, ἀμὴ διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μετ᾽ αὐτήν.

Ὡσὰν ἤκουσεν ὁ Κύριος ὅτι ὁ Λάζαρος ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἀπόμεινεν ἐκεῖ ὁποὺ ἦτον δὐο ἡμέραι, ἔπειτα λέγεις τοὺς μαθητάς του: Ἐλᾶτε νὰ ὑπάγωμεν πάλιν εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Λέγου τον οἱ μαθηταί: Διδάσκαλε, ἀπὸ τώρα σὲ ἐζητοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ λιθοβολήσουν καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; Πότε, τώρα, μαθηταί, ὁποὺ ἀπὸ τὀτε εἶναι τρεῖς ἡμέρες; Καὶ πῶς λέγετε ἀπὸ τώρα σὲ ἐζητοῦσαν; Φαίνεται ἡμᾶς ἀπὸ τὸν φόβον μας, ὅτι τώρα εἶναι. Διατὶ δὲ τὸν ἐγύρευαν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Χριστὸν νὰ τὸν πάρουν; Ἀκούεις, διατὶ ἤθελαν νὰ τὸν λιθάσουν; Ὅτι τὸν ἐρώτησαν: Εἰπέ μας, ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός; Καὶ ὡσὰν ἤκουσαν, ἐπῆραν πέτρες νὰ τὸν λιθάσουν. Διὰ τοῦτο λέγουν οἱ μαθηταί: Διδάσκαλε, αὐτὸ λέγει, Ραββί, ἀπὸ τώρα ἤθελαν νὰ σὲ λιθάσουν εἰς τὴν Ἰουδαίαν, καὶ πάλιν θέλεις νὰ ὑπάγῃς ἐκεῖ; Ἂν τύχῃ τὸν θάνατόν σου γυρεύεις. Ἂν τύχῃ ἀγαπᾷς νὰ φονευθῇς. Καὶ διὰ τοῦτο θέλεις νὰ ὑπάγῃς πάλιν ἐκεῖ; Λέγει τους ὁ Χριστός: Ἡ ἡμέρα δὲν ἔχει δώδεκα ὥρας; Ἢ πῶς λέγεις, Χριστέ, ὅτι ἡ ἡμέρα ἔχει δώδεκα ὥρας, ὁποὺ εἶναι ἄλλες ἡμέρες, ὁποὺ ἔχουν ἀπὸ ἐννέα ὥρας; καὶ ἄλλες ἀπὸ δέκα, καὶ ἄλλες ἀπὸ ἕνδεκα, καὶ ἄλλες ἀπὸ δεκατρεῖς, καὶ ἄλλες ἀπὸ δεκατέσσαρας, καὶ ἄλλες ἀπὸ δεκαπέντε; Πῶς γοῦν εἶπεν ὁ Χριστός, ὅτι δώδεκα ὧραι εἶναι τῆς ἡμέρας; Ὅτι δὲν τὸ ἔλεγεν διὰ ὅλες τὲς ἡμέρες τοῦ χρόνου, ἀμὴ διὰ τὲς ἡμέρες τοῦ μηνὸς ἐκείνου, ὁποὺ ἦτον τότε, διατ᾽ ἐκεῖνες τὸ ἔλεγεν. Τότε δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἦτον ὁ Μάρτιος ὁ μῆνας, ὁποὺ ἔχει δώδεκα ὧρες ἡ ἡμέρα καὶ δώδεκα ἡ νύκτα. Θέλεις νὰ ἰδῇς καὶ τὴν ἀλήθεια, ὅτι Μάρτιος ἦτον τότε; Ἄκουσον: Οἱ Ἑβραῖοι τότε εἶχον τὸ Πάσχα τους εὶς τὰς εἰκοσιτέσσαρας τοῦ Μαρτίου. Ὁ δὲ Χριστὸς εἶπε τὸν λόγον αὐτὸν δέκα ἡμέρες προτήτερα, ὥστε δὴ Μάρτιος ἦτον τότε. Διὰ τοῦτο καὶ ἔλεγε: Δὲν εἶναι δώδεκα ὧρες τῆς ἡμέρας; Ὅποιος περιπατεῖ τὴν ἡμέραν δὲν σκοντάβει, ὄτι βλέπει τὸ φῶς τοῦ Ἡλίου. Ὅποιος δὲ περιπατεῖ τὴν νύκτα, ἐκεῖνος καὶ σκοντάβει, ὅτι δὲν τὸν φέγγει Ὁ Ἥλιος, ἤγουν, θέλει νὰ εἰπῇ ὁ Χριστὸς πρὸς τοὺς μαθητάς του: Μαθηταί μου, ἐὰν πιστεύετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ ἀληθινὸ φῶς, δὲν φοβᾶσθε νὰ σκοντάψετε ἀπὸ πειρασμοὺς δαιμόνων, ἢ ἀνθρώπων. Ἐὰν πιστεύετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι Θεός, δὲν φοβᾶσθε νὰ πάθετε καόν, ἐὰν καὶ εἰς τὴν Ἰουδαίαν ὑπάγωμεν. Ἐὰν δὲ ἔχετε δυσπιστίαν εἰς ἐμέ, ὡσὰν νὰ περιπατῆτε καὶ τὴν νύκτα, ἔτσι θέλετε σκοντάβῃ, ἔτσι θέλετε πειράζεσθαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς σας, ὡσὰν νὰ νὴν ἔχετε κανένα, μηδὲ ἐμένα βοηθόν σας. Αὐτὰ εἶπεν.

Ὡσὰν εἶχεν εἰπῇ, οἱ δώδεκα ὧρες εἶναι ἡ ἡμέρα, λέγει πρὸς τοὺς μαθητάς του: Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας ἐκοιμήθηκεν, ἀμὴ παγαίνω νὰ τὸν ἐξυπνήσω. Λέγουν τον οἱ μαθηταί: Ἀφέντη, ἂν ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ, πάλιν θέλει σηκωθῇ. Ὁ εὐαγγελιστὴς μοναχὸς ἐξηγᾶται τὴν ἔννοιαν αὐτήν, καὶ λέγει, ὅτι ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε διὰ τὸν θάνατον, καὶ ἐκεῖνοι ἔβαλαν εἰς τὸν νοῦν τους, ὅτι διὰ τὸν ὕπνον τοὺς λέγει.

Ὑπῆγεν ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Βηθανίαν, ἐκεῖ ὁποὺ ἦτον ὁ Λάζαρος, ηὗρέ τον ὁποὺ εἶχε τέσσαρας ἡμέρας εἰς τὸν τάφον. Ἡ δὲ Βηθανία ἦτον κοντὰ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ὡς δεκαπέντε στάδια. Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὑπῆγαν νὰ παρηγορήσουν τὴν Μάρθαν καὶ Μαρίαν διὰ τὸν θάνατον τοῦ άδελφοῦ τως.

Ἡ Μάρθα ὡσὰν ἤκουσεν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται, εὐγῆκεν ἔξω, καὶ τὸν ἐπροϋπάντησεν. Ἡ δὲ Μαρία ἡ ἀδελφή της ἐκάθετο εἰς τὸ σπίτι. Λέγει γοῦν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Χριστόν: Ἀφέντη, ἂν ἤσουν ἐδῶ, δὲν ἤθελεν ἀποθάνῃ ὁ ἀδελφός μου. Ἀμὴ καὶ τώρα γνωρίζω, ὅτι ὅσα ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεόν, σὲ τὰ δίδει ὀ Θεός.

Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς: Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. Ταπεινὰ καὶ ἱλαρὰ καὶ ἀκενόδοξα τὴν συντυχαίνει ὁ Χριστός. Δὲν τὴν εἶπεν, ὅτι ἐγὼ θέλω ἀναστήσῃ τὸν ἀδελφόν σου, μόνον μὴ κλαῖς. Ἀλλὰ τί; Θέλει ἀναστηθῇ ὁ ἀδελφός σου. Καὶ πῶς θέλει ἀναστηθῇ, ἐὰν δὲν τὸν ἀναστήσῃς, Χριστέ; Λέγει αὐτῷ ἡ Μάρθα: οἶδα, ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ἤγουν, ἐγνωρίζω καὶ ἐγὼ Κύριε, ὅτι θέλει ἀναστηθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν ἀνάστασιν. Λέγει την ὁ Χριστός: Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται. Καὶ πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Πιστεύεις, ὡσὰν σὲ λέγω Μάρθα; Ναί, Κύριε, πεπίστευκα, ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα, ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς, λάθρα εἰποῦσα: Ὁ διδάσκαλος πάρεστι, καὶ φωνεῖ σε. Ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχύ, καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. Οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην.

Οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ ὑπῆγαν νὰ τὴν παρηγορήσουν, ὡσὰν εἶδαν τὴν Μαρίαν ὅτι ἔτσι ἔξαφνα καὶ γλήγορα ἐσηκώθηκεν, ἀκολούθησάν την, ὅτι ἔβαλαν εἰς τὸν νοῦν τους, ὄτι ὑπάγει εἰς τὸν τάφον τοῦ ἀδελφοῦ της νὰ κλαύσῃ. Ἐπειδὴ ἡ Μάρθα δὲν εἶπε φανερὰ τῆς Μαρίας τὴν ὑπόθεσιν, διὰ τοῦτο καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἔβαλαν εἰς τὸν νοῦν τους, ὅτι εἰς τὸν τάφον τοῦ Λαζάρου ὑπάγει. Δὲν ἤξευραν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἔξω, ὀποὺ τὴν καρτερεῖ, ἀμὴ δὲν ἤθελα ὑπάγῃ καταπόδι της. Ἡ οὖν Μαρία, ὡς ἦλθε καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτόν, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ.  Ἔπεσεν εἰς τὰ ποδάρια του, καὶ εἶπον: Ἀφέντη, ἂν ἤσουν ἐδῶ, ὁ ἀδελφός μου δὲν ἤθελεν ἀποθάνῃ.

Ὁ Χριστὸς ὡσὰν εἶδε τὴν Μαρίαν ὁποὺ ἔκλαιε, καὶ τοὺς Ἰουδαίους, ἐλυπήθηκε μέσα του, καὶ εἶπε: Ποῦ τὸν ἐθάψετε τὸν Λάζαρον; Εἶπάν τον: Ἔλα νὰ ἰδῇς, ποῦ τὸν ἐθάψαμεν. Ὁ δὲ Κύριος ἐδάκρυσεν, ὡσὰν ἤκουσεν ἔτσι. Ὡς ἄνθρωπος ὁποὺ ἦτον ἐδάκρυσεν, ὅτι ἡ θεότης δάκρυον οὐκ ἔχει, ἀλλὰ μηδὲ δακρύζει. Ἀμὴ ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Χριστοῦ ἐλυπήθη, ὡς ὅτι εἶχε κορμὶ καὶ αὐτὸς ὡσὰν ἡμᾶς, ἢ ὅτι ἠγάπα ὁ Χριστὸς τὸν Λάζαρον, καθὼς τὸ ἔλεγαν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι. Ὁ Χριστὸς πάλιν ἀναστέναξε, καὶ ὑπῆγε εἰς τὸν τάφον. Ὁ δὲ τάφος ἐκεῖνος ἦτο σπήλαιον, καὶ πέτρα ἦτον ἀπάνω εἰς τὸ σπήλαιον. Τότε εἶπεν ὁ Χριστός: Σηκώσετε τὴν πέτραν αὐτἠν. Ἀπηλογήθη ἡ Μάρθα, ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθαμένου Λαζάρου καὶ εἶπε: Κύριε, αὐτὸς βρωμεῖ, ὅτι εἶναι τεσσάρων ἡμερῶν. Ὡσὰν ἐσήκωσαν οἱ ἄνθρωποι τὴν πέτραν, ὁ Χριστὸς ὕψωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν Οὐρανόν, καὶ εἶπε: Πάτερ μου, εὐχαριστῶ σε, ὅτι μὲ ἤκουσες.

Λάζαρε δεῦρο ἔξω. Δὲν εἶπε, Λάζαρε ἀναστήσου. Λάζαρε σὲ προστάσσω σηκώσου, ἀμὴ Λάζαρε εὔγα ἔξω. Ὡσὰν νὰ μὴν ἦτον ἀποθαμένος, ἔτσι τὸν συντυχαίνει ὁ Χριστός, εὔγα ἔξω ἀπὸ τὸν τάφον. Ἄκουσον τὸ πρόσταγμά μου. Ἄκουσον τὸν ὁρισμόν μου, καὶ εὔγα ἀπὸ τὸν τάφον. Ἄφες τὸν τάφον καὶ ἔλα εἰς τὸν κόσμον. Ἄφες τὸν ἅδην, καὶ ἔλα εἰς τὴν Βηθανίαν. Ἄφες τὴν κόλασιν, καὶ ἔλα εἰς τὸν οἶκόν σου. Ἄφες τὴν φθορὰν, καὶ ἔλα εἰς τὴν ἀνάστασιν. Ἄφες τὸν θἀνατον, καὶ ἔλα εἰς τὴν ζωήν. Λάζαρε δεῦρο ἔξω, διὰ νὰ γνωρίσῃ ὁ ἅδης, ποῖος εἶμαι ἐγώ. Διὰ νὰ καταλάβῃ ὅτι δὲν δύναται τίποτες ἔμπροσθέν μου. Διὰ νὰ γροικήσῃ τὶς εἶναι ὁποὺ σὲ ἀνασταίνει. Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Νὰ μάθωσιν οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶναι ἀνάστασις νεκρῶν. Νὰ καταλάβωσιν οἱ πεπλανεμένοι Ἰουδαῖοι ὅτι ἐὰν ἐσὲ ἀνασταίνω, ὁποὺ εἶσαι φίλος μου, πολλῷ μᾶλλον θέλω ἀναστήσῃ τοῦ λόγου μου, καὶ τὴν ἐδικήν μου σάρκα. Σήκω Λάζαρε, ὅτι Θεὸς εἶμαι καὶ σὲ προστάσσω ὡς ἐξουσιαστὴς καὶ φοβερὸς βασιλεὺς τοῦ θανάτου.

Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰ χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς: Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν, ἤγουν, παρευθὺς μὲ τὸν λόγον τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκεν ὁ νεκρός, δεμένος χέρια καὶ ποδάρια μὲ τὰ σάβανα. Καὶ ἡ πρόσοψίς του ἦτον σκεπασμένη μὲ ψιλὸν πανί. Τότε λέγει τους ὁ Χριστός. Λύσετέ τον, καὶ ἀφήσετέ τον νὰ ὑπάγῃ. Μὲ τὰ σάβανα εὐγῆκεν ὁ Λάζαρος διὰ νὰ μὴν φανῇ ὅτι κατὰ φαντασίαν τὸν ἔθαψαν, νὰ μὴν εἰποῦσιν οἱ φίλοι του Λαζάρου Ίουδαῖοι. ὁποὺ εἴχασι πρὸς τὸν Χριστὸν φθόνον, ὅτι μόνον εἰς τὴν φαντασίαν ἦτον θαμμένος, καὶ πάλιν εἰς φαντασίαν τὸν ἀνέστησεν ὁ Χριστός. Διὰ τοῦτο τοὺς εἶπε ὁ Χριστός: μοναχοί σας μὲ τὰ χέρια σας λύσετέ τον ὅτι εἶναι σαβανωμένος, ὡσὰν τὸν ἐθάψετε. Λύσετέ τον, καὶ ἀφήσετέ τον νὰ ὑπάγῃ ὅπου θέλει. Ἀφήσετέ τον νὰ περιπατήσῃ μὲ τὰ δεμένα εἰς τὸν τάφον ποδάρια. Ἀφήσετέ τον νὰ ἀναβλέψῃ, νὰ ἰδῇ τὸν ποιητήν του, νὰ ἰδῇ τὸν πλάστην του, ὁποὺ τὸν ἀνάστησε, νὰ ἰδῆ τὰς ἀδελφάς του, ὁποὺ τὸν κλαίουσι, νὰ ἰδῇ τὸν περιεστῶτα ὄχλον, νὰ ἰδῇ τὴν γῆν τὴν μητέρα του, εἰς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ καταντήσῃ ὡς ἄνθρωπος.

Ὡσὰν εἶδαν τὸν Λάζαρον ὅτι ἀναστήθηκε, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὁποὺ ὑπῆγαν νὰ παρηγορήσουν τὴν Μαρίαν, ἐπίστευσαν εἰς τὸν Κύριον. Ἄλλοι δὲ ἀπ᾽ ἐκείνους ὑπῆγαν εἰς τοὺς Φαρισαίους, καὶ εἶπάν τους, ὅσα ἐποίησεν ὁ Κύριος.

Τὸν Λάζαρον αὐτόν, ὁποὺ ἀνάστησεν ὁ Χριστὸς σήμερον, λέγουσι τινὲς τῶν ἱστοριογράφων τὴς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἦτον υἱὸς τινὸς Φαρισαίου, Σίμωνος τὸ ὄνομά του, ἀγαπημένος πολλὰ ἀπὸ τὸν Χριστόν, ὡς τὸ μαρτυρεῖ τὸ εὐαγγέλιον διὰ τὴν πραότητά του, καὶ διὰ τὴν πίστιν, ὁποὺ εἶχε πρὸς τὸν Χριστόν. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲ ὡς φθονεροὶ καὶ ἐπίβουλοι, ὁποὺ ἦτον, ἔβαλαν συμβουλὴν νὰ τὸν φονεύσουν. Καὶ αὐτὸς ὡσὰν ἐγνώστισε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἔφυγεν καὶ ὑπῆγεν εἰς τὴν Κύπρον τὴν νῆσον. Μετὰ ταῦτα δὲ οἱ Ἀπόστολοι τὸν ἐχειροτόνησαν Ἀρχιερέα εἰς ἕνα Κάστρον, ὁποὺ ὠνομάζετο Κάστρον, ὁποὺ ὠνομάζετο Κυτίαια. Ἐκεῖ λέγουσιν, ὅτι ἡ Παναγία ἀκόμη, ὅταν ἦτον σωματικῶς εἰς τὴν γῆν, τὸν ὑπῆγεν ἕνα ὠμόφορον, τὸ ὁποῖον ὠμόφορον ἡ Παναγία μοναχή της τὸ ἔκαμε μὲ τὰ χέρια της. Ἐγνώρισα δὲ καταλεπτῶς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ὁ Λάζαρος ἀφοῦ τὸν ἀνάστησεν ὁ Χριστός, τριάντα χρόνους σωστοὺς ἔζησε πάλιν εἰς τὴν γῆν, καὶ ποτέ του δὲν ἐγέλασεν, ἐνθυμούμενος τὸν πικρὸν θάνατον καὶ τὴν φοβερωτάτην κόλασιν. Καὶ τίποτε δὲν ἐδιηγήθηκεν ἀπὸ τὰ τοῦ ἅδη διὰ δύο τρόπους: ἢ ὅτι δὲν τὸν ἄφησεν ὁ Χριστὸς νὰ τὰ διηγᾶται, ἐπειδὴ εἶναι φοβερά, ἢ ὅτι δὲν εἶδε τίποτες, Θεοῦ οἰκονομία.

Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, «Εἰς τὴν τετραήμερον ἔγερσιν τοῦ Λαζάρου», Θησαυρός , Ἑνετίηση 1751, σσ. 72-90.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s