ΚΛΑΙΓΑΝΕ Κ’ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ

Invitation3 38

Κωνσταντῖνος Μποῦρζος διὰ χειρὸς Φώτη Κόντογλου.

Στὴ μνήμη τοῦ δασκάλου Γιώργου Ζουγανέλη ποὺ ἔφυγε αἰφνίδια

Ξαναδιαβάζοντας τὸν Κόντογλου, στέκομαι στὴν ἱστορία τοῦ Κώστα Μπρούζου. Ὁ Μπροῦζος εἶναι ἕνας ἥρωας τοῦ καιροῦ τοῦ Κόντογλου, δηλαδή τῆς ἐποχῆς μέχρι τὸ 1922, ὅταν πλέον πρόσφυγας ὁ Φωτής πέρασε ἀπὸ τὸ Ἀϊβαλὶ στῆ Λέσβο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα. Τὴν προσοχὴ μοῦ τράβηξε ἡ ἱστορία αὐτὴ γιὰ δὐο λόγους. Ὁ πρῶτος εἶναι γιατὶ ὁ Μπροῦζος φύλαττε τὸ καύκαλο τῆς μάννας του καὶ ὁ δεύτερος γιατὶ κήρυττε γιὰ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου σὲ ναούς. Ἡ μαρτυρία ποὺ διασώζει ὁ Κόντογλου εἶναι πολύτιμη γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ κηρύγματος ἀπὸ ἕναν λαϊκό, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στὴν ἐκκλησιαστικὴ σύναξη. Σἰγουρα, ἡ συγκίνηση τῶν ἀκροατῶν θὰ αὐξανόταν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ μεγαλοπρεπῆ κήρυκα, ὁ ὁποῖος βαστώντας στὴν παλάμη τὸ μακάβριο σύμβολο τοῦ θανάτου, ὡς ἄλλος Ἄμλετ, μονολογοῦσε ἀπὸ τὸν ἄμβωνα.

Ἡ ἐμπειρία τοῦ ἐφήμερου βίου συμβολίζεται μὲ πολλοὺς τρόπους στὴν ἱστορία τῆς τέχνης.Τὸ ρολόι, τὰ κεριὰ ποὺ τρεμοσβήνουν μὲ κυρίαρχο τὸ μοτίβο τῆς νεκροκεφαλῆς χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν κοινὴ αἴσθηση τοῦ ἀναπόφευκτου τοῦ θανάτου. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Κόντογλου γιὰ τὸ θέμα τῆς ματαιότητας στὸ δράμα τὸ βρίσκουμε στὴ μετάφραση τοῦ Ἅμλετ ποὺ δημοσίευσε στὴ Βασάντα (1923), στὴν κορυφαία σκηνὴ τοῦ κοιμητηρίου ὅταν οἱ νεκροθάφτες ξεθάβουν τὸ σῶμα τοῦ ἀγαπημένου του Γιόρικ καὶ ὁ ἥρωας παίρνει στὰ χέρια του τὸ κρανίο γιὰ τὴν προσωρινότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ τὸ ἀναπόφευκτο τοῦ θανάτου:

κρανιοφκ

Πλουμίδι τοῦ Κόντογλου γιὰ τὴ μετάφραση τοῦ Ἅμλετ.

«Ὠϊμέ, καϊμένε Γιόρικ! Τὸν ἤξερα, Ὁράτιε! Ἕνα παιδὶ μ᾽ ἀστείρευτο κέφι, μὲ μιὰ σπάνια φαντασία! Μὲ σήκωσε περσότερο ἀπὸ χίλιες φορὲς στὸν ὦμο του. Καὶ τώρα μοῦ τρομάζει τὰ φρένα μου! Ἡ καρδιά μου ματώνει! Ἐδῶ ἀπάνου ἤτανε κολλημένα τὰ χείλια, ποὺ κ᾽ ἐγὼ δὲν ξέρω πόσες φορὲς τὰ φίλησα; Ποῦ εἶναι τὰ χωρατά σου; Οἱ τρέλλες σου; Τὰ τραγούδια σου; Οἱ παντομίμες σου, ποὺ κάνανε νὰ σκᾶνε στὰ γέλια ὅλοι οἱ καλεσμένοι; Δὲ μπορεῖς πιὰ νὰ κοροϊδέψεις μήτε καὶ τὸν ἑαυτό σου τὸν ἴδιο μὲ τὴ γκριμάτσα σου! Μασέλα ποὺ κρέμεται ξεκλείδωτη! Τώρα, ἄϊντε, πήγαινε νὰ βρεῖς τὴν κυρά, καὶ πές της πὼς κ᾽ ἕνα δάχτυλο πασάλειμμα νὰ βάλει στὰ μάγουλά της, σὲ τοῦτα τὰ χάλια θὰ καταντήσει. Κάν᾽ τηνε νὰ γελάσει μὲ δαῦτο…»

Στὴν περίπτωση τῆς ἱστορίας τοῦ Μπρούζου τὸ τέλος εἶναι εἰρωνικό: αὐτὸς ποὺ μοιρολογοῦσε τὸ ἐφήμερο τῆς ζωῆς «ξέκλινε» καὶ ἔγινε τραπεζίτης στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅμως δὲν γλύτωσε τὸν θάνατο. Πέθανε ἀπὸ πανούκλα.

Κωνσταντῖνος Μπροῦζος

Τοῦτος ὁ ἄνθρωπος δὲν ἤτανε Ἀϊβαλιώτης, μόνο ἤτανε Ἠπειρώτης, γεννημένος στὸ Ζαγόρι. Πλὴν ὁ πατέρας του ξενιτεύτηκε καὶ πῆγε στ᾽ Ἀϊβαλὶ κι ἄνοιξε ψωμαδιό,  κ᾽ ἔβαλε καὶ τὸν γυιό του τὸν Κωνσταντῖνο στὸ σκολεῖο.

Τ᾽ Ἀϊβαλὶ κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχε μεγάλο καὶ φημισμένο σκολειό, ποὺ τὸ λέγανε «Ἀκαδημία τῶν Κυδωνιῶν», καὶ μαθαίνανε πολλὰ ἀρχαῖα γράμματα ὅσοι μελετούσανε σὲ κεῖνο τὸ σκολειό. Ἔτσι κι ὁ Κώστας Μπροῦζος καταστάθηκε σπουδασμένος ἀνάμεσα στοὺς σπουδασμένους, κ᾽ ἔβγαζε λόγο ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ποὺ κλαίγανε κ᾽ οἱ πέτρες ὁποὺ τὸν ἀκούγανε. Κωνσταντῖνος Μπροῦζος λέγανε οἱ χριστιανοὶ καὶ κλαίγανε.

Σὰν γύρισε στὴν Ἤπειρο, ξακούστηκε πολύ. Στὸ Καπέσοβο, βγάζοντας λόγο στὴν ἐκκλησιὰ γιὰ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου, βαστοῦσε στὸ χέρι του τὸ νεκροκέφαλο τῆς μάννας του. Μετὰ χρόνια γίνηκε γραμματικὸς τοῦ Βελῆ-πασᾶ στὴ Λάρισα.

Αὐτὸς ὁ  ἄνθρωπος ποὺ μιλοῦσε γιὰ τὴ ματαιότητα κ᾽ ἔκλαιγε ὁ κόσμος, σιγά-σιγὰ ξέκλινε σὰν τὸν Σολομώντα καῖ γίνηκε μπαγκιέρης* στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ καταστάθηκε παντοδύναμος ἀνάμεσα στοῦς Τούρκους.

Στὸ κορμὶ ἤτανε μεγαλάνθρωπος, σαλτανανατλής**, στὸ παρουσιαστικό, ἀνοιχτοχέρης κι ἀρχοντόγνωμος.

Πέθανε στὴν Πόλη ἀπὸ πανούκλα καὶ θάφτηκε στὸ Κιουτσοὺκ-Κιόγι, στὰ 1846.

Στὸ μνημόρι του ἀπάνου εἶναι γραμμένο τοῦτο τ᾽ ἀρχαῖο τὸ ποίγημα, ποὺ τὸ σύνθεσε ἕνας φίλος του ἀγαπημένος, Σαμελὴς λεγόμενος:

Χρηστὸς καὶ ἔμφρων κεῖται ἀνὴρ ἐνθάδε,

ὃς Ζαγόριον ἔσχεν Ἠπείρου πάτρην,

κλῆσιν τε Κώστα τοὐπίκλην Μπρούζου θάμα˙

λοιμῷ δὲ θνήσκει ἡλικίαν φεῦ! μέσην,

πένθος γυναικὶ καὶ φίλοις λιπὼν τέκνοις,

καὶ τῷ ἰαμβίσαντι Σαμελῇ τάδε,

εἰλικρινεῖ, μάλιστα δὲ πάντων φίλῳ.

*τραπεζίτης (βεν. banchier)

**λαμπρός, μεγαλοπρεπής (τουρκ. saltanatli)

Φώτης Κόντογλου, Ἔργα Α´: Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου, Ἀστήρ (6η ἔκδ.), Ἀθῆναι 1991, σ. 233-234

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s