ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΚΑΙΡΟΥ

image

Εἶναι τὸ σάουντρακ τοῦ ἑλληνικοῦ καλοκαιριοῦ μας. Ὅλος ἕνα μουσικὸ ἠχεῖο. Προορισμένος καλλιτέχνης, νὰ τέρπει, ἀφημένος ἐκεῖ σὰ νὰ μὴν τὸν νοιάζει τίποτα παρὰ μόνο τὸ τραγούδι του, ὁ πανάρχαιος τέττιξ. Σόλο ἢ σὲ χορωδία.

Ἡ ἱστορία του ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα συγκινητική: εἶναι ὁ μεταμορφωμένος ἀπὸ τοὺς θεοὺς γερο-Τιθωνός. Ἂν καὶ ἀθάνατος δὲν παρέμεινε νέος καὶ ἡ σύντροφός του Ἡώς δὲν ἄντεχε νὰ τὸν βλέπει γερόντιο κimageαὶ ἔτσι ἔγινε ἔντομο ἀπὸ θεϊκὴ παρέμβαση.

Ὅμως, ἂν καὶ ἀθάνατος ὁ Τιθωνός, τοῦτες τὶς μέρες τὰ τζιτζίκια μοῦ δίνουν τὸ αἴσθημα τοῦ πρόσκαιρου. Κάθε μέρα, γύρω στὸ σούρουπο, πέφτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πλάι μου. Ξεψυχώντας ἀκούω τὶς τελευταῖες νότες τοῦ τραγουδιοῦ τους.

Ψάχνω νὰ μάθω γιὰ τὸν κύκλο τῆς ζωῆς τους. Βρίσκω ὅτι ζοῦν βαθειὰ στὴ γῆ ὡς προνύμφες γιὰ πολλὰ χρόνια, προτοῦ ἀνέβουν ὡς κανονικὲς νύμφες ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο στὸν ἐπάνω. Καὶ τώρα, παρατηρῶ τὴ μανταρινιά. Στὰ κλαδιὰ μετράω τρία πουκάμισα τζιτζικιών. Εἶναι ὅ,τι ἔχει μείνει ἀπὸ τὴν ὰποδερμάτωσή τους, ὅταν ἀνέβηκαν στὴ γῆ μέσα ἀπὸ χωμάτινες στοές, ποιὸς ξέρει μετὰ ἀπὸ πόσα χρόνια. Ἀπὸ ἐκεῖ σκαρφάλωσαν στὸ δέντρο, γαντζώθηκαν στοὺς κλάδους, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γεννήθηκαν σὲ ἄλλη μορφή, γιὰ νὰ πετάξουν.

Παρατηρῶ πὼς πρὶν πέσει τὸ φῶς, καθημερινά, ἕνα σμῆνος πουλιών ταξιδεύει ὀλόγυρα ἀπὸ φιλαδελφους σὲ καρυδιὲς καὶ ἀπὸ πορτοκαλιὲς σὲ μουριές. Μόλις προσγειωθοῦν στοὺς κλάδους οἱ τζίτζικες παύουν ἄξαφνα τὸ ἆσμα. Εἶναι βέβαιο ὅτι αἰσθάνονται τὴν ἀπειλὴ τῶν πεινασμένων ἐχθρῶν τους. Ἢ μήπως μὲ τὴν ἐπέλαση γίνονται μιὰ χαψιά, τροφὴ γιὰ νὰ ταΐσουν τὰ στρουθία τὰ μικρά τους;

Καὶ τὸν καλλικέλαδο ἁγιορείτη Διονύσιο Φιρφιρή, τὸν ὀνομάζουν ἀσματικὸ τέττιγα. Καὶ γενικὰ τὸ ἔντομο εἶναι δικαιωμένο στοὺς μουσικοὺς ἀλλὰ καὶ ρήτορες τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅπως καὶ στὸν Ἡσίοδο. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν γνωστὸ αἰσώπειο μύθο ποὺ ἀπαξιώνει τὸν ἔξω καρδιὰ τροβαδοῦρο ὅταν συγκρίνεται μὲ τὸ προνοητικὸ ἐργατικὸ μερμύγκι.

Καὶ τώρα ποὺ θυμᾶμαι χρόνια ξεγνοιασιᾶς, παιδάκι μὲ τimageὸ ράδιο να παίζει, εἶναι σὰ νὰ ἀκούω μου δύο τραγούδια. Ἕνα τοῦ Καλδάρα ποὺ τραγουδάει παιδάκι ο Νίκος Νομικός (1963). Εἶναι σὰ νὰ νὰ μοῦ ἔρχεται στ᾽ αὐτιὰ στὰ μεσαῖα κύματα τοῦ ραδιοφώνου, τότε ποὺ παιδάκια ἔψαχναν τὸν χαμένο πατέρα τους στὰ ξένα. Καὶ ἕνα τοῦ Ἐλύτη, τὰ μάλα ἑλληνοκεντρικό, σὲ μουσικὴ τοῦ Κόκκοτου ποὺ λέει ὁ Βιολάρης (1972), καὶ μᾶς φέρνει στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Δεκαπενταύγουστου: Κυκλάδες, ἡ Παναγιὰ ποὺ κρατᾶ τὰ πέλαγα στὴν ποδιά της, ὁ βασιλιὰς ἤλιος, γοργόνες καὶ τζιτζίκια-ἄγγελοι.

Κλείνοντας αὐτὲς τὶς γραμμές, σκέπτομαι ὅτι ἴσως ὁ τζίτζικας ποὺ φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ἴσως, νὰ βλέπει τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σὰν ἕνα δέντρο καὶ προσγειώνεται ἐπάνω μου. Καὶ μετὰ ἀναχωρεῖ. Γιὰ κάπου ἀλλοῦ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s