ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΙΑ, ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ιωσήφ Βιβιλάκης , Το κήρυγμα ως performance. Εκκλησιαστική ρητορική και θεατρική τέχνη μετά το Βυζάντιο, Αθήνα, εκδόσεις Αρμός 2013, σελ. 516, 54 εικ. ISBN 978-960-527-767-3.

Ο Ιωσήφ Βιβιλάκης μας έχει προσφέρει σε μια υποδειγματική έκδοση με 300 σελίδες εισαγωγή το συναρπαστικό σατιρικό – εκκλησιαστικό κείμενο Αυξεντιανός μετανοημένος – Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών 2010, σελ. 601, βλ. την βιβλιοπαρουσίαση στο Parabasis 12/1 (2014), σ. 141-144 και Südost-Forschungen 69/70 (2010/11), σ. 719-722, ένα πεντάπρακτο έργο, γραμμένο σε πεζό λόγο το 1752 στην Κωνσταντινούπολη, για μια τοπική λατρεία, τον αναβαπτισμό και τις ραδιουργίες για την κατάληψη του πατριαρχικού θρόνου, ένα κείμενο αποκαλυπτικό για την εκμετάλλευση της ευπιστίας και θαυματολαγνείας του κόσμου. Ο Βιβιλάκης, που έθετε εκεί το πρόβλημα της καταγωγής αυτού του πονήματος, παρουσιάζει τώρα μια μονογραφία που ρίχνει περισσότερο φως στις παραστατικές ρίζες της εκκλησιαστικής παράδοσης, προτού έρθει εκείνη κατά τον Διαφωτισμό σε επαφή με το δράμα και το θέατρο, το οποίο ως γνωστόν, απουσίασε από την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Το νέο βιβλίο του συνάδελφου θεολόγου και θεατρολόγου Βιβιλάκη αποδεικνύει πως μπορεί να τεκμηριωθεί μια ενδοεκκλησιαστική ορθόδοξη παράδοση προβληματισμού για την «παραστατικότητα», η οποία κορυφώνεται κατά τον 16ο-17ο αιώνα, με εκκλησιαστικούς ρήτορες σαν τον Αλέξιο Ραρτούρο, τον Μελέτιο Πηγά, τον Φραγκίσκο Σκούφο, τον Ηλία Μηνιάτη, αργότερα ακόμα με τον Νεόφυτο Βάμβα και τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Στα εγχειρίδιά τους, ρητορικής και κηρύγματος, λαμβάνεται υπόψη με αξιοσημείωτο τρόπο η επικοινωνιακή πλευρά της κηρυγματικής τέχνης, δημιουργώντας με σωματικές τεχνικές και διαλογικό ζωντάνεμα του λόγου συγκίνηση και προσοχή στο ποίμνιο, κάνοντας έτσι την ιερή διδαχή γοητευτική.

To βιβλίο ξεκινά μετά τον σύντομο πρόλογο με μια εντυπωσιακή βιβλιογραφία (σ. 13-34). Η εκτενής εισαγωγή (σ. 35-99) έχει τίτλο «Το κήρυγμα στον χριστιανικό κόσμο» και εξηγεί το σκοπό του βιβλίου, τα παραστατικά στοιχεία σε κηρύγματα της μεταβυζαντινής εποχής, παρουσιάζει τις κυριότερες πηγές της μελέτης, δίνει τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του κηρύγματος, τις ρίζες της τεχνικής της προφορικής ομιλίας στη βυζαντινή ρητορική, τη θεολογική υπόσταση του κηρύγματος ως γέφυρας ανάμεσα στους δύο κόσμους, παρουσιάζει το θεσμό του «θεάτρου», των ρητορικών εκδηλώσεων κατά τη βυζαντινή εποχή (Ida Toth, «Rhetorical Theatron in Late Byzantium», M. Grünbart (ed.), Theatron. Rhetorische Kultur in Spätantike und Mittelalter, Wien 2007, 429-338), το ιστορικό του κηρύγματος στη μεταβυζαντινή Ορθοδοξία με τους κυριότερους εκπροσώπους του και τα έργα τους, τα σχετικά εγχειρίδια εκκλησιαστικής ρητορικής (εδώ δικαιολογείται και η χρήση της έννοιας της performance), και υπεισέρχεται στο τέλος και στο ζήτημα της χρησιμοποιούμενης γλώσσας, του υφολογικού στρώματος, γιατί το κήρυγμα πρέπει να επικοινωνεί και με ένα εν πολλοίς αναλφάβητο ποίμνιο.
Έχοντας διαβάσει την πλούσια σε πληροφορίες εισαγωγή ο αναγνώστης μπαίνει, καλά εξοπλισμένος, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Το δραματικό κήρυγμα» (σ. 101-185), όπου κεντρικό θέμα είναι η «θεατρικότητα» ή «παραστατικότητα» ή «(επι)τε-λεστικότητα», ανάλογα σε ποιο θεώρημα θέλει να αναφερθεί κανείς (κατά το τελευταίο βιβλίο της Fischer-Lichte συγγενεύουν όλοι οι όροι αυτοί μεταξύ τους και απλώς τους διαχωρίζουν κάποιες σημασιολογικές αποχρώσεις και διαφορετικές ερευνητικές παραδόσεις). Ο προφορικός λόγος, και ιδιαίτερα η επικοινωνία με ένα ακροατήριο, σε διάλεξη, σχολικό μάθημα, πανεπιστημιακή παράδοση, εκκλησιαστικό κήρυγμα, πολιτικό μπαλκόνι κτλ., είναι πάντα, σε κάποια λιγότερη ή μεγαλύτερη δόση, θέαμα, στο βαθμό που χρησιμοποιούμε πέρα από τις χορδές της φωνής μας, την εγκεφαλική συγκρότηση του νοήματος και την επιλογή των λεκτικών εκφραστικών μέσων, χέρια, το πρόσωπο, το βλέμμα και ολόκληρη τη στάση και κίνηση του σώματος για την ομιλία. Είναι εντυπωσιακό πόσο λεπτομερειακές είναι οι οδηγίες των εγχειριδίων ρητορικής που αναφέρονται στο εκκλησιαστικό κήρυγμα. Πέρα από τα παρασταστικά αυτά στοιχεία, που αφορούν, στην σημειολογική ορολογία, τα σημεία της κινησιολογίας και της εμφάνισης, δίδονται οδηγίες και για τη δραματουργική αρχιτεκτονική του λόγου, τη δραματοποίησή του. Και σ’ αυτό το σημείο ο συνάδελφος συνδυάζει με ευφυή τρόπο τη σύγχρονη θεατρολογική θεωρία με το παραδοσιακό υλικό των μεταβυζαντινών κηρυγμάτων και των εγχειριδίων ρητορικής. Σχετικά με τις τεχνικές και στρατηγικές της δραματοποίησης, ακόμα και των Γραφών –βλ. και Α. Ζερβουδάκη, «Ο διάλογος στη λειτουργική ποίηση του κανόνα», Αριάδνη 13 (2007), σ. 49-74–, παρατηρείται η εισαγωγή διαλόγων σε ευθύ λόγο, με εμφανέστερο παράδειγμα τη Θυγατέρα του Ιεφθάε σε αφηγηματική απόδοση του Μελέτιου Πηγά· άλλα παραδείγματα είναι η Σκλάβα Εσθήρ, η Χήρα Ιουδίθ, η Εύμορφη Σωζάννα. Άλλες τέτοιες τεχνικές του ζωντανέματος του λόγου είναι ο δήθεν διάλογος του ιεροκήρυκα με βιβλικά πρόσωπα (η μεσολαβητική αυτή τεχνική με εντυπωσιακή ποικιλία υπάρχει στην αφήγηση των Παθών του Χριστού στη κρητικό θρησκευτικό ποίημα Παλαιά και Νέα Διαθήκη του 17ου αιώνα, βλ. Β. Πούχνερ, «Παλαιά και Νέα Διαθήκη». Ανώνυμο κρητικό ποίημα. Σχόλια και παρατηρήσεις, Βενετία 2009· εκεί ο αφηγητής Χάρος βγαίνει από το «ρόλο» του, συμμετέχει στο αφηγούμενο επίπεδο της ιεράς ιστορίας, διαμεσολαβώντας ανάμεσα στον αναγνώστη και τη θρηνούσα Παναγία), οι ερωτήσεις κρίσεως (ανακοίνωσις, ηθοποιΐα) που στρέφονται κατευθείαν στο ποίμνιο («Τι λέγεις εσύ ο ορθόδοξος;»), τεχνικές της διαφοροποίησης του γλωσσικού ύφους των διαλεγομένων, ώστε να αντικαθρεφτίζουν την οικεία καθημερινή πραγματικότητα, προσωποποιήσεις (αλληγορικές ενσαρκώσεις αρετών, αμαρτιών κτλ.).

Ανάμεσα στις ποικίλες εκφραστικές τεχνικές της εκκλησιαστικής ρητορικής εξέχουσα θέση έχει και ο μονόλογος και ο εξομολογητικός στοχασμός: ενώ από δραματουργική άποψη το κήρυγμα είναι στη δομική του βάση μονόλογος, απευθυνόμενος όμως σ’ ένα ακροατήριο και διανθισμένος με επικοινωνιακές τεχνικές που εμπλέκουν τους ακροατές πιο άμεσα (ερωτήσεις, διάλογοι κτλ.), ο εξομoλογητικός στοχασμός απομονώνει τον ιεροκήρυκα και φανερώνει τις ενδόμυχες σκέψεις και προβληματισμούς του (η αγγλική δραματουργική ορολογία διαχωρίζει ανάλογα το monologue από το soliloquy). Άλλες τεχνικές είναι η δημιουργία του σασπένς με την αναβολή και την πρόκληση περιέργειας, το παράδοξον, η χρήση της προστακτικής στην παραίνεση (άμεση και πυκνή επικοινωνία),
και, με άλλα παραδείγματα κυρίως από τον Σκούφο, η παράλειψις, η αποσιώπησις, η αποκοπή, η επανόρθωσις, ευχή και κατάρα (κυρίως εναντίον του Ιούδα). Ολόκληρη θεματική ενότητα αφιερώνεται στη «μέθοδο των δακρύων», δηλ. τη δημιουργία συγκίνησης και συμπόνοιας, αναλυόμενη ήδη στη Ρητορική του Αριστοτέλη (ο Σκούφος αναφέρει ακόμα και τη θεραπευτική λειτουργικότητα του κλαύσαι): στην ιδέα της «κοιλάδος των κλαυθμών» ενυπάρχει ήδη η ιδέα του κοσμοθεάτρου· αποκορύφωμα της συγκίνησης που προκαλεί τα δάκρυα, είναι βέβαια ο πασχαλινός θρήνος για το θάνατο του Χριστού στο σταυρό.

Το δεύτερο μέρος (σ. 187-309) αφιερώνεται στην «παραστασιμότητα του κηρύγματος». Εδώ εξετάζεται η διαδικασία της εκφώνησης του λόγου μέσα στην εκκλησία με όρους θεατρολογικούς: σκηνογραφία και χώρος, το κήρυγμα σε ανοιχτό χώρο (Κοσμάς ο Αιτωλός), το κήρυγμα σε αλλόθρησκους, ο χρόνος (τεχνικές του flash back και forward), «στρέψατε τα μάτια» ως έκκληση για την εστίαση της προσοχής και του βλέμματος (μέσα στο ναό, ο συμβολισμός της αρχιτεκτονικής του και της εικονογραφίας, η εναλλαγή φωτός και σκιάς), η ενδυμασία του ιερέα, οι αναφερόμενοι στο λόγο «δραματικοί» χώροι (δεικτικές αναφορές: π.χ. για τον Γολγοθά «Εδώ είναι. Ιδού· ω θέαμα, ω θέαμα αξιοδάκρυτον και ελεεινόν. Ετούτος είναι;» Νικ. Θεοτοκάς)· με τη «θεωρία για την υποκριτική» εισερχόμαστε πρώτα στη χρήση των χειρονομιών και τα αρχαία εγχειρίδια ρητορικής. Με τη μετάβαση του αυτοσχέδιου λόγου του ιερέα στη γραπτή μορφή μπαίνει το θέμα της ρητορικής «εμψύχωσης του λόγου» στην προφορική επικοινωνία με το ποίμνιο· ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι εδώ η ανέκδοτη Περί των ιερέων ρητορική του Οικονόμου εξ Οικονόμων (βλ. Γ. Ξούριας, Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Το φιλολογικό έργο, Αθήνα 2007, σ. 424-453), ο οποίος, πέρα απο τη μετάφραση του Ταρτούφου, είχε προσέξει και θεωρητικά το θέατρο. Η «ενθύμηση του κειμένου» απαιτεί γερό μνημονικό, σαν αυτή του επαγγελματία ηθοποιού (ο Σκούφος και ο Πάριος συνιστούν και την τοποθέτηση σημαδιών στο γραπτό κείμενο εκεί, όπου η μνήμη είναι αδύνατη). Βασική είναι και η σωστή εκφορά του λόγου με καθαρή προφορά, που είναι φυσικό χάρισμα, αλλά και το παρουσιαστικό του ευπρεπούς ανδρός, που είναι η ιδανική εικόνα του κήρυκα («το κάλλος του ανδρισμού»)· η φυσική του φωνή αλλά και η αλλαγή της σύμφωνα με το περιεχόμενο του λόγου («δανεική» φωνή για τη δημιουργία ταύτισης και συγκίνησης)· τα σχήματα του σώματος με πρωταρχική σημασία στις χειρονομίες και τις κινήσεις των χεριών (βλ. και τις εν μέρει εντυπωσιακές εικόνες 22-46, που υλοποιούν τις οδηγίες του Νεοφύτου Βάμβα)· η μετάδοση ενέργειας («ένδοξόν μου ακροατήριον»). Το δεύτερο μέρος κλείνει με μια θεματική ενότητα «Από τον άμβωνα στη σκηνή», όπου γίνεται μια σύγκριση των τεχνικών αυτών με την υποκριτική των επαγγελματιών ηθοποιών στο θέατρο.

Το τρίτο μέρος (σ. 311-458), «Το κηρυγματικό δράμα», προχωρά ακόμα ένα βήμα πιο πέρα: στη δραματοποίηση του κηρύγματος. Παίρνοντας αφορμή από το θρησκευτικό «δράμα» για τον Αυξεντιανό μετανοημένο (1752) εξετάζει τις περιπτώσεις δραματοποίησης μέσα στα εκκλησιαστικά γραπτά ιερέων, με κύριο παράδειγμα βέβαια τον Καισάριο
Δαπόντε και τον Καθρέπτη γυναικών (1766) που με έχει απασχολήσει επίσης (Β. Πούχνερ, Δραματουργικές αναζητήσεις, Αθήνα 1995, σ. 191 εξ.) και εδώ κυρίως η Ιστορία του Ιεφθάε. Η έντονη χρήση των διαλόγων εντοπίζεται βέβαια και σε άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ως ειδολογικό χαρακτηριστικό, είτε σε μορφή αυτόνομων διαλόγων ή αποσπασμάτων ενταγμένων σε αφηγήσεις (π.χ. Ιστορία του Ιωσήφ, της Σωζάννας, κτλ.). Στην Θυσία του Ιεφθάε ο Καισάριος Δαπόντες μετατρέπει τον αναγνώστη/ακροατή σε θεατή, τόσο παραστατική είναι η αφήγηση με την έντονη χρήση του δραματικού διαλόγου. Παρεμβάλλεται μια μεγάλη θεματική ενότητα, που παρακολουθεί το ιστορικό του θέματος αυτού από την αρχαιότητα ώς τον 19ο αιώνα, κυρίως στο δραματικό είδος, σε Δύση και Ανατολή, πριν ο συγγρ. να αρχίσει την ενδελεχή ανάλυση των σκηνικών προσώπων της ιστορίας (τον επώνυμο πατέρα, την ανώνυμη κόρη, τη μητέρα – προσθήκη του Δαπόντε), να εξηγήσει το ειδικό δίδαγμα στην διασκευή του βιβλικού θέματος από τον Δαπόντε, τα δραματικά στοιχεία της αφήγησης στον Καθρέπτη γυναικών, τις τεχνικές της δραματικής αφήγησης (μονόλογος και διάλογος, στιχομυθία, επαναφορά, στιχουργία) χρησιμοποιώντας θεατρικές συμβάσεις (τίτλους, σκηνικές οδηγίες) και χορό. Άλλες θεματικές ενότητες της ανάλυσης αφιερώνονται στην παράσταση του πόνου και της θλίψης στο έργο αυτό, σε νυμφικά και νεκρικά στοιχεία σχετικά με την κόρη που θανατώνεται, στη θρηνολογία του χορού με μουσική (ψαλμό) και όρχηση. Προς το τέλος ο συνάδελφος συζητά και την πιθανότητα, το «έργο» να έχει εκφωνηθεί (προσφώνηση «ακροαταί», χρήση του όρου «ακρόαμα», η γνώση τεχνικών της προφορικής επικοινωνίας, προσφωνήσεις κτλ.), για να φτάσει στις τελευταίες θεματικές ενότητες: «Το βιβλίο ως σκηνή θεάτρου» και «Μια χριστιανική τραγωδία;». Τελειώνοντας σημειώνει: «θεωρώ πως στη Θυσία του Ιεφθάε παρακολουθούμε τη γέννηση του δράματος, όπως το εννοούμε σήμερα. Ο Δαπόντες από το διαλογικό κήρυγμα μεταβαίνει στη δραματική αναπαράσταση αξιοποιώντας τα εργαλεία του λόγου, μεθόδους και τεχνικές που κατέχει ήδη από τις νεανικές του σπουδές. Το δημιούργημα του Δαπόντε φανερώνει τη δύναμη της αρχαίας τραγωδίας που επιβίωνε ως κείμενο και μπορούσε να αιχμαλωτίσει το νου και τη φαντασία του αναγνώστη ή του ακροατή, πέρα από σκηνικές αναβιώσεις και πολύ πριν την ανάδυση του επαγγελματία σκηνοθέτη» (σ. 457).
Και μόνο το διάβασμα των αποσπασμάτων από τα κηρύγματα είναι μια συναρπαστική ανάγνωση· τι ρητορική τέχνη, τι εκφραστικός πλούτος της γλώσσας, τι γλαφυρότητα και αμεσότητα! Και στον γλαφυρό Επίλογο (σ. 459-473) ο αναγνώστης συνεπαίρνεται και πάλι από το καλογραμμένο ύφος του μελετητή, ο οποίος οδηγεί τη σύνοψη των αποτελεσμάτων σε κλιμακωτή ανάταση και πάλι στον Καισάριο Δαπόντε ως την κορύφωση της εξέλιξης από τα πυρηνικά και εμβρυακά στοιχεία δραματικότητας και θεατρικότητας στον κηρυγματικό λόγο της μεταβυζαντινής εποχής ώς το μικρόδραμα της Θυσίας του Ιεφθάε. Ως επίμετρο ακολουθεί ακόμα ο Διάλογος κατά Αλφάβητο περί σωφρόνων νέων του Δαπόντε (σ. 475 εξ. μεταξύ Αιγυπτίας και Ιωσήφ), Ο Διάλογος περί σωφρόνων γυναικών (σ. 481 εξ. Σωζάννα). Ο τόμος τελειώνει με το περιεκτικό ευρετήριο (σ. 487-516).
Το χριστιανικό κήρυγμα σήμερα δεν συγκεντρώνει την ιδιαίτερη προσοχή των μελετητών. Αντίθετα, η αφηγηματολογία των παραμυθάδων και πάσης φύσεως επαγγελματιών storytellers έχει τραβήξει το ενδιαφέρον των επικοινωνιολόγων και των θεατρολόγων, γιατί η τέχνη της αφήγησης εφάπτεται ώς ένα βαθμό με την υποκριτική τέχνη. Και το από άμβωνος κήρυγμα, στην εποχή πριν από τις τεχνολογικές επαναστάσεις, ήταν, οπωσδήποτε,
ένα είδος mass medium εξέχουσας σημασίας. Άλλωστε, η σημερινή Εκκλησία δίνει ολοένα και περισσότερη σημασία στην «όψιν» της λειτουργίας, μέρος της οποίας είναι το κήρυγμα. Τα πρότυπα των μεθόδων και στρατηγικών της δημιουργίας πυκνής επικοινωνίας με το ακροατήριο βρίσκονται, βέβαια, στην αρχαία ρητορική. Ωστόσο, στα μεταβυζαντινά εγχειρίδια υπάρχουν ολόκληρα κεφάλαια για την παραστατικότητα του λόγου, τις αποχρώσεις της φωνής, την εμφάνιση, τη στάση του σώματος και τις χειρονομίες του ιεροκήρυκα, τις εκκλήσεις προς το ακροατήριο, τη διάνθιση του μηνύματος με διηγήσεις, ενώ ο Καισάριος Δαπόντες δημιουργεί στη διαλογική αφήγηση της τραγικής ιστορίας του Ιεφθάε ολόκληρο δράμα.
Το εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο περιέχει πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό και παρά την πυκνή βιβλιογραφική τεκμηρίωση διαβάζεται με ευχαρίστηση. Η μελέτη ανοίγει νέους ορίζοντες για την ελληνική θεατρολογία, την ποιμαντική και ιστορία της Εκκλησίας. Αποδεικνύει πως σε μια εποχή χωρίς θέατρο στοιχεία παραστατικότητας βρίσκονται και στην εκκλησιαστική ρητορική, όπως υπάρχουν έντονα και στα λαϊκά αναγνώσματα σαν τον «Μπερτόλδο» (Β. Πούχνερ, «Λαϊκά αναγνώσματα και θεατρικότητα. Η περίπτωση του Μπερτόλδου», Πορείες και σταθμοί, Αθήνα 2005, σ. 178-202). Η συγκεκριμένη έκδοση δεν εστιάζει μόνο στο ενδιαφέρον ενός ευρύτερου κοινού, αλλά αποτελεί και μια ισχυρή ερευνητική ώθηση, ανοίγοντας ένα τελείως νέο πεδίο αναζητήσεων για μια σειρά από επιστήμες του πολιτισμού, οι οποίες στο εξωτερικό έχουν δημιουργήσει ήδη ένα επιστημονικό ρεύμα. Πάνω απ’ όλα, όμως, το βιβλίο αυτό είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, το οποίο οδηγεί τον αναγνώστη σε άλλες εποχές και νοοτροπίες, αλλά και στην εκκλησιαστική ιστορία του τόπου και σ’ ένα γλωσσικό στρώμα εκφραστικότητας που σήμερα πρέπει να θεωρηθεί χαμένο.
Βάλτερ Πούχνερ

Σύνδεσμος άρθρου: Παράβασις, τόμος 13/1, σ. 150-153.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s