ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ»

Και πάλι για την ποίηση ενός διαφορετικού μοναχού που εκτιμώ. Θέλω να καταθέσω πού τον γνώρισα και τί μου αρέσει στην τέχνη του.

Με το μικρό τους όνομα, Νικόδημοι, υπάρχουν πολλοί. Στο μυαλό πολλών θα έρχεται ο Νικόδημος ο Πάριος, ο συγγραφέας μαζί με τον ιερομόναχο Αγάπιο του Πηδαλίου. Νομίζω ότι αυτός ο Νικόδημος που αντιμετώπισε λογοκριτικά νεωτερικές γραφές λ.χ. του Βολτέρου, που θα έπρεπε να καίωνται, όπως και στα ερωτικά (Ερωφίλη, Ερωτόκριτος) όσα προκαλούν γέλιο και ιλαρότητα, είναι σε άλλο μήκος κύματος από τον δικό μας Νικόδημο. Ένας άλλος, όμως Νικόδημος είναι κοντά στον δημιουργό μας, και σκέφτομαι τον ζωγράφο μοναχό Νικόδημο που αγιογράφησε τα παρεκκλήσια στις Μονές Αγίας Τριάδας και Μετεώρων στα 1682, στα Μετέωρα. Τον σκέπτομαι γιατί ο δικός μας Νικόδημος είναι ποιητής και ζωγράφος.

11079601_875500525833750_1969092825391376088_n

Όταν σε ένα ταξίδι μου στο Άγιον Όρος, Πάσχα, επισκέφτηκα το κελλάκι που ζούσε ο Νικόδημος, στο μονοπάτι έξω από τις Καρυές για το Βατοπέδι, κατάλαβα ότι μπροστά μου είχα έναν ταμένο λειτουργό στις τέχνες που έδειχνε αδιαφορία για τη βιοτική μέριμνα. Για την ακρίβεια είχε αποθέσει άλλες ανάγκες για να είναι απερίσπαστος στο έργο του. Θυμάμαι, μια κουζίνα σκοτεινή με ένα δέντρο να έχει εγκατασταθεί στο εσωτερικό της, και τον ήχο από έναν κρουνό που έρρεε ασταμάτητα νερό, σαν πηγή στο βουνό. Πιο μέσα ένα ταπεινό παρεκκλησάκι, και δεξιά ένας χώρος γραφείο, ατελιέ, υπνοδωμάτιο, χώρο υποδοχής. Κυριαρχούσε έντονη μυρωδιά από κερί και μαστίχα. Εκεί ο Νικόδημος πάλευε με τις λέξεις, πειραματιζόταν με τα χρώματα και τις αντοχές των υλικών του, για να μπορέσει να νικήσει τους πειρασμούς της ερημίας στις ατέλειωτες νύχτες του Άθωνα. Θυμάμαι που μου είχε πει ότι παραγγελιοδότες του ήταν Γερμανοί που είχαν επισκεπτεί το Όρος και αναζητούσαν το σύγχρονο αγιογραφικό αποτύπωμα και το ανακάλυψαν στη ζωγραφική του Νικόδημου, ο οποίος δεν επεδίωκε να υπερασπιστεί κάποια βυζαντινίζουσα αισθητική αλλά κρατώντας δύο διαστάσεις, υπακούοντας σε σχέδια παλαιότερων εικονογραφιών, δημιούργησε μια μοναδική προσωπική γραμμή και απρόβλεπτες εκρήξεις χρωμάτων, που παραπέμπουν στον Βαν Γκονγκ ή στον Μουνκ.

538856_367683293282145_319031421_n

Γιατί ένας φοιτητής της Νομικής, που βρήκε καταφύγιο σε ένα γέροντα Ρουμάνο, σε ένα ανήλιο κελί του Αγίου Όρους, και σήμερα αλητεύει άπατρις ανάμεσα στα σκουπίδια της πόλης, γράφει ποίηση;

Προσωπικά, πιστεύω, ότι όποιος βιώνει τη μοναχική εμπειρία ειλικρινά κι αγωνιστικά δεν μπορεί παρά να φτάσει σε ένα ποιητικό ύψος, με την ευρύτερη σημασία της λέξης, χωρίς να χρειάζεται να διατυπώσει με λόγια όσα ζει. Ωστόσο, υπάρχει μια ομάδα που κινείται σε ανεπίσημα εκκλησιαστικά μονοπάτια, τα μέλη της οποίας, στοιχειοθετούν έναν προσωπικό λόγο, όπου εμπεριχωρεί το συναίσθημα και η συγκίνηση.

Τον Νικόδημο μπορούμε να τον εντάξουμε στην ομάδα εκείνη των ποιητών που έχουν ενδυθεί το ιερατικό σχήμα και διεκδικούν μια δική τους θέση στο σύγχρονο ποιητικό σώμα. Αναφέρομαι στον Μωυσή τον Αγιορείτη, τον αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό, τον π. Βασίλειο Θερμό, φυσικά τον Συμεών τον Περουβιανό, καθώς και τον Ζακυνθινό π. Παναγιώτη Καποδίστρια.

Γνώρισα τον Νικόδημο με τη συλλογή του Χρώμα των αιώνων. Με ξάφνιασε η έλλειψη απολογητικής διάθεσης, η διαφορά δηλαδή που έβρισκα στους στίχους του σε σχέση με την ποίηση που είναι στρατευμένη σε ένα θρησκευτικό πλαίσιο για να υπηρετήσει κατηχητικές ανάγκες, να κάνει κήρυγμα μέσα από ποιητίζουσες φόρμες, συχνά ομοιοκατάληκτες, εύκολα απομνημονευόμενες που μπορούσαν να γίνουν τραγούδι σε χριστιανική κατασκήνωση.

Ακόμη βρήκα μια άλλη προσέγγιση στον κόσμο όχι με το βλέμα ενός είρωνα κριτή, που βλέπει τον εαυτό του εκτός του κόσμου, κατά το σχήμα εμείς η Εκκλησία οι άλλοι οι εκτός Εκκλησίας, άρα πιστοποιεί με την ποίησή του την ανωτερότητα των εντός της αληθείας ευρισκομένων. Επιπλέον ανακάλυψα μια γραφή που δεν λογοκρίνεται όπως έχει ομολογηθεί από άλλους ιερωμένους (π. Βασίλειος Θερμός), για τον φόβο της πρόκλησης σκανδάλου. Ο Νικόδημος δεν έχει καμιά σχέση με όλα αυτά. Και ακριβώς για αυτό εκτιμώ πολύ μαζί με τον Νικόδημο τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια του οποίου η ποιητική ανθοφορία έχει εκτιμηθεί από τον Ελύτη και είναι στο επίκεντρο των ζυμώσεων γύρω από το μεγάλο ζήτημα της εκκλησιαστικής υμνολογίας.

Τί είναι όμως αυτό που διακρίνεται ως ποιητικότητα στον Νικόδημο από το Χρώμα των αιώνων (Λιβάνης 1993), έως τον Ερωτικό Ασσύριο (Καστανιώτης 1989), το Επειδή εγώ (Λιβάνης 2000) και με τη συλλογή που έχω ενώπιόν μου, την Αναδάσωση μνήμης (Αρμός 2008); Το συνοψίζω σε τρία συστατικά: πυρωμένος λόγος, αινιγματικός λόγος, λόγος που υπερβαίνει τη φυσική φθαρτότητα.

  1. Πυρωμένος λόγος. Ο λόγος αυτός ανεβάζει τη θερμοκρασία του όσο ο Νικόδημος εγκαταβιώνει στα κελιά της πόλης, απαρνούμενος την ησυχία της ερημίας. Με άλλα λόγια αναζητά την ουσία της ερημίας ως διαβατάρης του κόσμου με τις αποσκευές της αγιορείτικης άσκησης. Επομένως η μοναχική εμπειρία δεν λειτουργεί γραφικά και διακοσμητικά αλλά είναι ένα υπόστρωμα που διατρέχει ολόκληρη την ποίησή του. Ο ίδιος γίνεται σκάνδαλο για τους Αγιορείτες καλογήρους που δεν μπορούν να εννοήσουν πάντα τι μπορεί να σημαίνει ποίηση ή και πνευματική ασφυξία σε έναν χώρο που θέλει καταστατικά να προορίζεται για κατ᾽ εξοχήν πνευματικά γυμνάσματα.
  2. Αινιγματικός λόγος. Ακριβώς, το τελευταίο μας φέρνει σε μία άλλη αρετή του Νικόδημου που είναι η άρνηση κάθε εξιδανικευτικού σχήματος για ορθοδοξία ή εκκλησία, για το έθνος ή κάποια άλλη ιδεολογική κατασκευή. Καμιά δικαίωση και καμιά δεοντολογία δεν έχει θέση στην ποίησή του, όπου διαρκώς τίθενται ζητήματα ή καταργούνται τεχνητά σχήματα επιβίωσης της κοινότητας. Ανασυντάσσει την ιερότητα με λεξιλόγιο από το δράμα και την αρχαία μυθολογία ή ακόμη και από άλλες μεταφυσικές παραδόσεις, σε μια γόνιμη σύνθεση που διακρίνεται από το στοιχείο της έκπληξης και του θαυμασμού. Όσο και να διαβάζεις τα ποιήματα του Νικόδημου τα ερωτήματα μάλλον πολλαπλασιάζονται αντί να απαντῶνται. Μια γοητευτική σκοτεινότητα μας κατακλύζει ώστε να θέλουμε να επιστρέψουμε ξανά στην ποίηση και να δροσιστούμε στις πηγές.
  3. Λόγος που υπερβαίνει τη φθαρτότητα. Η σιωπή, η απουσία από τον χρόνο, το αόρατο, αλλά και η χρωματική παλέτα που θέλει να βάψει για να ονοματίσει το φως, συνιστούν μια ποίηση που δεν περιορίζεται στην επισήμανση ρωγμών της καθημερινότητας ή στο παράπονο του ποιητή για την κατάρρευση του κόσμου αλλά προχωράει με εκπληκτική ευαισθησία σε μια ανασύνθεση με κυρίαρχο το ερωτικό στοιχείο και μια χαρά που πηγάζει από την άγνοια και την αθωότητα:

Και προχωρώ μη ξέροντας ποια μέρα,

Μη ξέροντας ποιο χρόνο!

Αγνοώντας, αγνοώντας, αγνοώντας.

Σα να σε βλέπω τώρα!

Δες με και συ!

Βγαίνω από το Ένα και προχωρώ στο Τίποτα

Μέσα από ένα θάμβος

Που αγνοεί και αγνοεί και αγνοεί. (Αναδάσωση μνήμης).

Ως αναγνώστης του Νικόδημου αισθάνομαι ότι αυτή η ποίηση με αφορά γιατί διακρίνεται από την ανοικτότητα στο σήμερα και στον άνθρωπο, δεν απευθύνεται σε ένα κοινό περιορισμένο και ούτε ανακυκλώνει μια θεματική θρησκευτική που ενδιαφέρει ειδικούς θεολογίζοντες.

11006406_875447965839006_3942928143922605041_nΚαι στην τελευταία του συλλογή Αναδάσωση μνήμης ισχύουν τα ίδια ερωτήματα που είχα θέσει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης Επειδή εγώ: «Τί θέλει να εκφράσει ο μοναχός-αμόναχος Νικόδημος όταν μας ξαφνιάζει με τα ποιήματά του; Αυτοθεραπεύεται από τους εφιάλτες του χρόνου ή μήπως εικονογραφεί την έξοδο σε μια τρέλα μέσα από έναν αστραφτερό και αιρετικό λόγο που σημαίνει το μεταίχμιο μεταξύ ζόφου και φωτός;»

Βιώνω μια υπερχείλιση αισθημάτων όταν διαβάζω στίχους του όπως:

Δεν υπάρχω πλέον χώρος, μόνο κύμα.

 

Αφήνω το κορμί μου

στις νύχτες που έρχονται

και στον μισθό της βροντής

για ένα μικρό χεράκι.

 

Η επομένη του θανάτου

Ηλικία που δύει

Και χαράζει το μαύρο

Βαθύτερα.

30978_528217810562025_16054321_n

Πολλοί με ρωτούν εάν είναι μοναχός ο Νικόδημος και εννοούν σε ποιο μοναστήρι εγκαταβιώνει. Η απάντησή μου είναι μονότονα η ίδια: εάν ο μοναχός είναι όποιος ζει σε ένα μοναστήρι, σε έναν συγκεκριμένο τόπο, ο Νικόδημος είναι αυτό που ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως μοναχός αμόναχος, πέραν τόπου και πέραν χρόνου. Ο Νικόδημος είναι ο πιστός που βρίσκει τον χαμένο του παράδεισο στην τάξη των λέξεων και στα πάθη του χρώματος.

Αβέβαιος πορεύομαι, κάνοντας κύκλους

Κάτω από το σύννεφο ενός οράματος,

Παραπατώντας ανάμεσα σε γάτες αδέσποτες,

Πεταμένα σκουπίδια και αυτοκίνητα

Παρκαρισμένα και άγρυπνα…

Ακούω τον ήχο του αγνώστου πλήθους

ως πάθος ιδιόμελο,

κλοτσώντας κάτω από τα έρποντα πόδια μου

τις στάχτες της αδέσποτης τύχης μου.

 

Αβέβαιος, κάνοντας κύκλους

Κάτω από τις γιγάντιες επιγραφές

της πολιτισμένης μου ειδωλολατρίας,

ακολουθώ έρποντας το ρυθμό του πλήθους

κλοτσώντας κάτω από τα πόδια μου

την τέφρα του απείρου σύμπαντος. (Επειδή εγώ και άλλα γνωστικά ποιήματα, Λιβάνης, 2000)

ΙΩΣΗΦ ΒΙΒΙΛΑΚΗΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s