Ο ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΘΩΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Το επάγγελμα του σκηνοθέτη δημιουργήθηκε στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα όταν μεταφέρεται στα καθ᾽ ημάς «ως απαραίτητο εξάρτημα ενός ολόκληρου μηχανισμού, που μεταφέρθηκε συλλήβδην από τη Γερμανία, όταν το Παλάτι, μέσα σ᾽ ένα κλίμα μιας γενικότερης διάθεσης για προγραμματισμό που ακολούθησε το ᾽97, πήρε την απόφαση να εκσυγχρονίσει τη θεατρική τέχνη του βασιλείου κατά τα γερμανικά πρότυπα και να αποτινάξει τον «αλήτου βίον διάγοντα θεατρικόν κόσμον» του 19ου αιώνα».[1]

Ο άνθρωπος που επελέγη το 1898 για τη θέση αυτή ήταν ο γεννημένος και εκπαιδευμένος στη Βιέννη, με καταγωγή από Σμύρνη, Θωμάς Οικονόμου (1866-1927). Ο Οικονόμου έφθασε το 1899 μετά από δεκαπενταετή εμπειρία σε γερμανικές θεατρικές σκηνές για να διδάξει στη Δραματική Σχολή και όταν το 1901 εγκαινιάστηκε το Βασιλικό Θέατρο εργάστηκε εκεί έως το 1906, τη χρονιά που έκλεισε. Σκηνοθέτησε στο Βασιλικό πάνω από 50 έργα από όλο το φάσμα της δραματουργίας.[2]

Θωμάς Οικονόμου.

Θωμάς Οικονόμου.

Ο Θωμάς Οικονόμου ως ο πρώτος σκηνοθέτης του Βασιλικού Θεάτρου είναι στην αφετηρία μιας σειράς δασκάλων καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν τη θεατρική παράδοση στον τόπο. Αυτή είναι η αίσθηση που δίνει το κείμενο του Φώτου Πολίτη (1890-1934) που έγραψε αμέσως μετά τον θάνατο του Οικονόμου και παραθέτω παρακάτω («Μνημείο στον Θ. Οικονόμου», περιοδικό Θέατρο Κ. Νίτσου, τεύχος 17, 1964, σ. 70) . Εδώ, δεν έχουν θέσεις αναλύσεις για την καταγωγή του Βασιλικού Θεάτρου το οποίο η μικρή Ελλάδα είχε αποκτήσει κατά μίμηση των Γερμανών, ώστε να έχει μια σκηνή που θα εξυπηρετεί τον βασιλιά και την αυλή του. Η έμφαση πέφτει στην πρωτοποριακή μορφή του πρώτου σκηνοθέτη στην οικογένεια του ελληνικού θεάτρου. Γνωρίζουμε ότι το 1927 που γράφτηκε το κείμενο έχουν περάσει είκοσι χρόνια από το κλείσιμο του Βασιλικού, οι πρόσφυγες έχουν ήδη κατακλύσει την πρωτεύουσα, το 1923 ιδρύθηκε η Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, ενώ οι συζητήσεις σε θεσμικό επίπεδο συνεχίζονται για την αναγκαιότητα μιας κρατικής σκηνής. Το 1927 ο Φώτος Πολίτης διδάσκει στη Σχολή στην οποία παρουσιάζονται ως παραστάσεις στις εξετάσεις των τελειοφοίτων από το 1927 ο Βασιλικός του Μάτεσι και στη συνέχεια η Θυσία του Αβραάμ και τα Κορακιστικά του Νερουλού. Ακόμη, το 1927 σε νομοσχέδιο προβλέπεται ένα ποσοστό φόρων να προορίζεται για την ίδρυση κρατικής σκηνής.[3]

Από κοντά το Σωματείο των Ηθοποιών, καθώς και οι θεατρικοί συγγραφείς που πιέζουν για την ίδρυση μιας δημόσιας σκηνής, ενώ στον διάλογο συμμετέχουν, εκτός από τον Πολίτη,  ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Βασίλης Ρώτας με προβληματισμούς γύρω από τον όρο που θα προσδιορίζει το Θέατρο, δηλαδή εάν θα αποκαλείται Εθνικό Θέατρο ή Κρατικό Θέατρο.

Το 1930 με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου ψηφίζεται ο ιδρυτικός νόμος του Θεάτρου στον οποίο υπογραμμίζεται ο σκοπός: «προαγωγή της ελλληνικής δραματικής και θεατρικής τέχνης». Μετά από πολλές διεργασίες και αντιδικίες στη διοίκηση του οργανισμού, ο Φώτος Πολίτης επιβλήθηκε ως ο πρώτος σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου από το 1932 έως το 1934, άξιος διάδοχος του Θωμά Οικονόμου. Έχει ενδιαφέρον, λοιπόν, να δούμε τον επικήδειο που υπογράφει ο Φώτος Πολίτης στο πλαίσιο μιας εποχής ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων για τη λειτουργία ενός δημόσιου θεάτρου στην ελληνική πρωτεύουσα. Και είναι σημαντικό να διακρίνουμε τον παιδαγωγικό ρόλο μιας τέτοιας σκηνής στη μόρφωση του λαού. Έτσι, η καθιέρωση της δημοτικής είναι το πρώτο στοιχείο που εξαίρεται στη συμβολή του Οικονόμου, ο οποίος είχε συνεργάτη τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Θεατρική παιδεία, καλλιτεχνικότητα και κρίση είναι τα χαρακτηριστικά που επαινεί στον Οικονόμου, στου οποίου το πρόσωπο αναγνωρίζει τον δάσκαλο της νεώτερης γενιάς.

Εἰς τὸν Θωμᾶν Οἰκονόμου καὶ τὸν Κωνσταντῖνον Χρηστομᾶνον ὀφείλεται ὅ,τι ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ σήμερα τὸ ἑλληνικὸ Θἐατρο σὲ ἠθοποιούς, σὲ σκηνοθεσία καὶ σὲ δραματικὴ τέχνη. Ὁ καλλιτέχνης ποὺ κηδεύτηκε χθές, ὑπῆρξε ἕνας δημιουργὸς μεγάλος καὶ ἕνας φωτισμένος ὁδηγὸς τῶν συγχρόνων του. Προικισμένος μὲ κριτικὸ πνεῦμα ὀξὺ καὶ μὲ βαθὺ καλλιτεχνικὸ αἴσθημα καὶ σπουδασμένος θεατρικὰ[4] ὅσο κανεὶς ἄλλος στὸν τόπο μας, βρέθηκε σὲ μίαν ἐποχὴ μεταβατικὴ ἐπὶ κεφαλῆς του πρώτου θεάτρου τῆς Ἀθήνας, τοῦ «Βασιλικοῦ». Κ᾽ ἐκεῖ, στὴ σκηνὴ τῆς ὁδοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, κατώρθωσε νὰ διαπλάσῃ ταλέντα ἰσχυρὰ καὶ ν᾽ ἀνοίξῃ νέους ὁρίζοντας.

Ἔνοιωθε τὴν ποίηση, κ᾽ εἶναι τὸ Θέατρο ποίηση μονάχα. Κ᾽ ἔνοιωθε τὴν ποίηση σὰ ζωὴ καὶ σὰν ἀλήθεια. Γιὰ τοῦτο, μ᾽ ὅλες τὶς ἀντιδράσεις ποὺ βρῆκε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μπόρεσε ὥς τόσο νὰ ἐπιβάλῃ τὶς ἀντιλήψεις του, κ᾽ ἔτσι μὲ τὴ βοήθεια τοῦ μοναδικοῦ Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, χάρισε στὸ ἀθηναϊκὸ κοινὸ τὶς ζωντανὲς ἐκεῖνες μεταφράσεις ξένων κλασσικῶν ἔργων,[5] ποὺ ἔμειναν ἀξέχαστες. Τραγῳδία σὲ γλῶσσα κατακάθαρα δημοτική, ἦταν ὡς τότε πρᾶγμα ἀνήκουστο. Κι᾽ ὅμως, ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ ἔγινε στὸ Θέατρο, χάρις στὸν Οἰκονόμου, σ᾽ ἐποχὴ ποὺ οὔρλιαζαν γύρω του οἱ διάφοροι Μιστριώτηδες.[6] Στὸν ἀγῶνα τοῦ δημοτικισμοῦ ἐπρόσφερε μιὰν ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες συμβολές: τὴν κατάκτηση τῆς σκηνῆς ἀπὸ τὴ φυσική μας γλῶσσα, κατάκτηση ὁριστικὴ καὶ τελειωτική. Ἔδρασε στὴν ἐποχή, ποὺ ὄξω, στὰ ξένα, ἐπικρατοῦσε ὁ νατουραλισμός. Τὸ Θέατρο τὸ γερμανικό, ποὺ ὑπῆρξε ἡ κοιτίς του, εἶχε κυριευθῆ ἀπὸ τὸν Χάουπτμαν καὶ τοὺς μιμητάς του. Στὴ Γαλλία, εἶχε πιὰ θριαμβεύσει ὁ Ἀντουὰν μὲ τὸ νατουραλιστικὸ δραματολόγιό του. Κ᾽ ἦταν φροῦτο νέο ἡ λογοτεχνικὴ ἐκείνη σχολή. Ὡς τόσο, ὁ κριτικὸς νοῦς τοῦ Θωμᾶ Οἰκονόμου διεῖδε τὸ πρόσκαιρο τῆς νατουραλιστικῆς νίκης, κι᾽ ἀντὶ νὰ θελήσῃ κι᾽ αὐτός, ὅπως τόσοι καὶ τόσοι στὸν τόπο μας, νὰ ξαφνίσῃ εὔκολα τοὺς συγχρόνους του μὲ τὶς ξενικὲς μόδες τοῦ καιροῦ του, ἀκολούθησε ἐνάντιο δρόμο. Μόλις ἡ καλλιτεχνικὴ διεύθυνσις τοῦ Βασιλικοῦ Θεάτρου περιῆλθεν οὐσιαστικῶς στὰ χέρια του, βάλθηκε νὰ παιδαγωγήσῃ τὸ κοινό του, φέρνοντάς το στὶς σφαῖρες τῆς ποιήσεως. Φρόντισε νὰ γνωρίσῃ ἐδῶ τὸν Γκαῖτε, τὸν Σίλλερ, τὸν Γκριλλπάρτσερ, τὸν Κλάϊστ κι᾽ ἀπάνω ἀπ᾽ ὅλους τὸν Σαιξπῆρο. Ἀγνόησε σχεδὸν ὁλότελα, καὶ μὲ τὸ δίκιο του, τὸ σύγχρονό του γαλλικὸ δραματολόγιο. Μήτε Δουμᾶς, μήτε Σαρδοὺ δὲν ἀνεβάστηκαν στὴν πρώτη ἑλληνικὴ σκηνή, ὅσο τὴ διηύθυνε αὐτός. Κι᾽ ἂν παίχθηκε ἕνα δρᾶμα τοῦ Ὠζιέ, κι᾽ ὁ «Πληκτικὸς Κόσμος» τοῦ Παγιερὸν καὶ δυὸ ἢ τρεῖς ἄλλες κωμωδίες, ὁ Οἰκονόμου μᾶλλον ἀναγκάστηκε νὰ τὶς διδάξῃ, παρὰ ποὺ τὸ θἐλησε.  Κι᾽ ὅμως πόσο ψηλότερα στέκουν οἱ Γάλλοι δραματουργοὶ τοῦ δευτέρου ἡμίσεως τοῦ περασμένου αἰῶνος ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ λυμαίνονται σήμερα τὰ θέατρά μας! Κι᾽ ἂν περιφρόνησε ἐκείνους ὁ Θωμᾶς Οἰκονόμου, τί ἀηδία θὰ τὸν κατελάμβανε ὅσο ἔβλεπε μὲ τί ἔργα τρέφεται τοῦτον τὸν καιρὸ τὸ θεατρόφιλο κοινό μας. Εἶχε ἐκπαιδευθῇ στὴ σχολὴ τῶν Μάϊνίγγεν,[7] κι᾽ ἀκολουθοῦσε πιστὰ τὶς αἰσθητικές της προσταγές. Ὠνειρευότανε νὰ δὠσῃ καὶ στὴν Ἑλλάδα, μὲ τὰ μέσα ποὺ διέθετε, ἕνα θέατρο σὰν τὸ καλύτερο γερμανικὸ -κ᾽ ἴσως πραγματοποίησε. Μπορεῖ νὰ σώζεται ἀκόμη ἕνας σεβασμὸς πρὸς τὸν Κωνσταντῖνο Χρηστομᾶνο καὶ πρὸς τὶς καλλιτεχνικὲς ἐπιδείξεις τῶν δύο πρώτων χρόνων τῆς «Νέας Σκηνῆς».[8] Ἀλλ᾽ ἡ συστηματικώτερη δουλειὰ τοῦ Βασιλικοῦ Θεάτρου ἦταν περισσότερο γόνιμη, κ᾽ ἡ προσπάθεια τοῦ Θωμᾶ Οἰκονόμου βαθύτερη κι᾽ ἀληθινώτερη. Τὰ πάλκα μας δὲν εἶδαν καὶ θ᾽ ἀργήσουν γιὰ πολὺ ἀκόμη -γιὰ δεκάδες χρόνια- νὰ ξαναϊδοῦν παραστάσεις σὰν ἐκεῖνες ποὺ ἐλάμπρυναν στὴ σκηνὴ τῆς ὁδοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ἀπὸ τὰ 1903 ὥς τὰ 1907. Εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ πειθαρχήσουν τώρα πιὰ οἱ ἠθοποιοί, ἐπειδὴ εἶναι δυσκολώτατο καὶ νὰ βρεθῇ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ νὰ ἐμπνεύσῃ -ὅπως τότε ὁ Οἰκονόμου- ἀπόλυτο σεβασμὸ στὴ βαθειά του κρίση, στὶς θεατρικές του γνώσεις καὶ στὴν καλλιτεχνικὴν ἀξίαν του. Ἦταν μεγάλος ἠθοποιὸς ὁ μακαρίτης Μέγκουλας,[9] ἦταν ἀξιόλογος ὁ Ἐδμόνδος Φὺρστ[10] κ᾽ ἦταν ὁλοζώντανο ταλέντο ἡ Μαρίκα.[11] Ἀλλὰ κ᾽ οἱ τρεῖς τους πειθαρχημένοι καὶ ὑποταγμένοι σὲ μιὰ καλλιτεχνικὴ συνείδησι ἀνὠτερη, φωτισμένοι κι᾽ ὁδηγημένοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θωμᾶ Οἰκονόμου, κατώρθωσαν νὰ δώσουν τὸ ἀπόσταγμα τοῦ ταλέντου των καὶ νὰ φθάσουν ὡς τὰ ἀκρότατα ὅρια τῆς καλλιτεχνικῆς των δυνάμεως. Ὁ «Φάουστ», ἡ «Ἰφιγένεια», ἡ «Ἡρώ», ἡ «Προμμάμη», τὸ «Ὄνειρο», τὸ «Χειμωνιάτικο Παραμύθι», ἦταν τότε συμφωνικὲς συναυλίες, βαθειὰ καὶ μουσικὴ χαρά, κ᾽ ἐμεῖς, οἱ νέοι, τὰ παιδιὰ ποὺ βλέπαμε κι᾽ ἀκούγαμε, νοιώθαμε ἐντός μας τὴν ψυχὴ ὅλη ψυχὲς γεμάτη.

Μὰ «ἔσβυσε τὸ γλυκόνειρο, ὡς σβύνουν ὅλα τ᾽ ἄλλα». To Βασιλικὸ Θέατρο ἔκλεισε. Ἡ συνολικὴ καλλιτεχνικὴ ἐργασία χάθηκε. Ὁ Οἰκονόμου ἀποτραβήχτηκε στὴ μοναξιά, καὶ μόνο κάπου-κάπου, ὠθούμενος ἀπὸ τὴν καλλιτεχνική του φύση, συνέστηνε θιάσους ἢ ἐνεφανίζετο ὁ ἴδιος σὲ ρόλους κυρίως ἰψενικούς. Ἔτσι, ἡ Ἀθήνα τὸν γνώρισε κι᾽ ὡς ἠθοποιό, τὸν χειροκρότησε ὡς Ὀσβάλδο, ὡς ἰατρὸ Ράνκ, ὡς Γιάλμαρ Ἔκδαλ. Ἡ ὑπόκρισίς του ἦταν πάντα ἐμπνευσμένη καὶ δυνατή, μελετημένη καὶ προσωπική. Ἀπεδείχθη ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἠθοποιούς μας στοὺς ρόλους ποὺ τοῦ πήγαιναν, κι᾽ ὁ πιὸ στοχαστικὸς ἀπ᾽ ὅλους. Ἀλλά, κατὰ βάθος, οὔτε ἦταν, οὔτε ἤθελε νὰ εἶναι ἠθοποιός. Τὸ ταλέντο του τὸν ὡδηγοῦσε στὴ σκηνοθεσία. Ἦταν ἐμπνευστὴς καὶ δάσκαλος. Καὶ τέτοιος ἀπομένει καὶ θ᾽ ἀπομένῃ πάντα στὴν συνείδηση ὅλων ἐκείνων ποὺ εἴτε ἐδιδάχθησαν ἀπ᾽ αὐτόν, εἴτε ὡδηγήθησαν στὸ δρόμο τους ἔμμεσα ἀπὸ τὴν καλλιτεχνική του ἐργασία. Κι᾽ αὐτοί -ποὺ εἶναι γενεὰ ὁλόκληρη- θὰ τηροῦν πάντα βαθειὰ στὴν ψυχή τους τὴν εἰκόνα του καὶ θὰ τὸν εὐγνωμονοῦν.

ΦΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ, Πολιτεία, 23/3/1927

Τώρα που κλείνει αυτό το κείμενο θυμούμαι ότι ο Θωμάς Οικονόμου κηδεύθηκε με τη φροντίδα των φίλων του. Στον έρανο που πραγματοποιήθηκε συμμετείχε και ο Φώτης Κόντογλου. Ο συγγραφέας και ζωγράφος από το Αϊβαλί είχε κλείσει μια πενταετία πρόσφυγας στην Αθήνα και είχε αφιερώσει στον Οικονόμου τα Σαστισμένα λόγια της Βασάντα. Για το μνήμα του διέθεσε ένα έργο του.

 

[1] Η αποτίμηση είναι του Αντώνη Γλυτζουρή στο βασικό μελέτημα για το θέμα αυτό «Η δημιουργία θέσης σκηνοθέτη στο “Βασιλικόν θέατρον” (1898-1902), Μνήμων 18 (1996), ανάτυπο, σ. 84.

[2] Για όλες τις σχετικές διεργασίες και κινήσεις βλ. Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη «“Θέατρον επίσημον, μόνιμον, επιχουρηγούμενον από το δημόσιον“. Η πορεία προς την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου», στον τόμο Εθνικό Θέατρο. Τα πρώτα χρόνια (1930-1941), Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο-Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2013, σσ. 31-71.

[3]  Ο κατάλογος με τις παραστάσεις στο βιβλίο του Αντώνη Γλυτζουρή, Η σκηνοθετική τέχνη στην Ελλάδα. Η ανάδυση και η εδραίωση της τέχνης του σκηνοθέτη στο νεοελληνικό θέατρο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, σελ. 644-647.

[4] Σπούδασε στη Βιέννη, στη Δραματική Σχολή της πόλης.

[5] Ο Γλυτζουρής (βλ. παραπ.) καταγράφει τις εξής μεταφράσεις του Χατζόπουλου που παίχθηκαν στο Βασιλικό.

1902

Gerhart Hauptmann: Ο αμαξάς Ένσελ.

Bjørnstjerne Martinius Bjørnson: Oι νεόνυμφοι.

1903

Hermann Sudermann: Η κλεμμένη ευτυχία.

Ferdinard Raimund: Ο άσωτος.

William Shakespeare: Δωδεκάτη νύχτα ή Ό,τι θέλετε.

1904

Goethe: Ιφιγένεια εν Ταύροις, Φάουστ.

1905: Bjørnstjerne Martinius Bjørnson: Έρως και γεωγραφία.

Franz Grilparzer: Προμάμμη ή Το στοιχειό του πύργου. Ηρώ και Λέανδρος ή Έρως και κύματα.

Friedrich Halm: Ο υιός της ερήμου.

Gerhart Hauptmann: Η βουλιαγμένη καμπάνα.

Pius Alexander Wolff: Πρετσιόζα.

1906

Heinrich Wilhelm von Kleist, Η σπασμένη στάμνα.

[6] Ο Γεώργιος Μιστριώτης (1840-1916) ήταν καθηγητής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του συλλόγου «Εταιρεία προς διδασκαλίαν των Αρχαίων Ελληνικών Δραμάτων». Ο Μιστριώτης ήταν υπέρμαχος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και είχε την επίβλεψη των παραστάσεων του φοιτητικού θιάσου, ενώ είχε εμπλακεί στα Ορεστειακά, τα βίαια επεισόδια που έγιναν στην Αθήνα του 1903 με αφορμή την παράσταση της Ορέστειας στο Βασιλικό Θέατρο σε μετάφραση στη δημοτική από τον Γεώργιο Σωτηριάδη.

[7] Με την λέξη σχολή ο Πολίτης πρέπει να εννοεί τον θίασο ηθοποιών στην αυλή του Γεωργίου Β´ (1866-1914), Δούκα του Σαξ Μάινινγκεν που άκμασε τον 19ο αιώνα στη Γερμανία. Ο Δούκας σκηνοθετούσε τον θίασο και η σκηνική του προσέγγιση (όπως διαχείριση πλήθους, σκηνογραφία) επηρέασε τους ευρωπαίους καλλιτέχνες του θεάτρου, προετοιμάζοντας τον τύπο του σκηνοθέτη. Έτσι, τονίζεται η εκπαίδευση του Οικονόμου κοντά σε έναν φημισμένο θεατρικό οργανισμό ο οποίος ήταν διάσημος στον ευρωπαϊκό χώρο για την υψηλή ποιότητα των παραστάσεων.

[8] Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867-1911) με τη Νέα Σκηνή είναι η δεύτερη μεγάλη μορφή στη σκηνοθεσία που ανοίγει νέους δρόμους στο επαγγελματικό θέατρο.

[9] Νικόλαος Μέγκουλας (1868-1911).

[10] Εδμόνδος Φυρστ (1867-1947).

[11] Μαρίκα Κοτοπούλη (1887-1954). Βλ. Για τη Mαρίκα Kοτοπούλη και το Θέατρο στην Eρμούπολη, Πρακτικά Συμποσίου, Eρμούπολη Σύρου, Aύγουστος 1994, Kέντρο Nεοελληνικών Eρευνών, Eθνικό Ίδρυμα Eρευνών, Aθήνα, 1996.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s