ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΠΑΤΟΡΩΝ

Η μικρή Μαρία έχει παραδοθεί στις θωπείες της Άννας και του Ιωακείμ. Τοιχογραφία, Ιερά Μονή Διονυσίου, Άθως.

Η μικρή Μαρία έχει παραδοθεί στις θωπείες της Άννας και του Ιωακείμ. Τοιχογραφία, Ιερά Μονή Διονυσίου, Άθως.

Εχθές, 8 Σεπτεμβρίου, γιόρταζε η κόρη. Σήμερα οι γονείς της! Θέλω να ακούσω την ιστορία τους από την αρχή. Και βρήκα έναν έξοχο διηγητή να μου την αφηγηθεί. Με έναν τρόπο που αρμόζει στο άγιο ζευγάρι. Και με έναν τρόπο που δείχνει ότι ο αφηγητής γνωρίζει τα μυστικά για να πλάσει μια ιστορία και να τη μεταγγίσει στον ακροατή του. Να την κάνει ένα μικρό δράμα και να την φέρει μπροστά στα μάτια μας. Ανάμικτο με πόνο και χαρά, αναστεναγμούς, δάκρυα και χαμόγελα. Με δέος και ελπίδα. Είναι ένα απόσπασμα από τον Λόγο του Δαμασκηνού Στουδίτη (16ος αι.) στα Εισόδια της Θεοτόκου (Θησαυρός, Ενετίησι 1751). Δεν κάνω τίποτα περισσότερο παρά να αντιγράψω το κείμενο:

Ήτον ένα ανδρόγυνον ευλογημένον από Θεού διά την καλοσύνην οπού είχε. Και τον μεν άνδρα τον έλεγαν Ιωακείμ, την δε γυναίκα Άνναν. Είχαν δε είτι αγαθόν ήθελες γυρεύση, ελεημοσύνην πολλήν είχασιν υπέρ όλους τους ανθρώπους του καιρού εκείνου, την εκκλησίαν περισσότερον από όλους την εσπούδαζαν. Ποτέ τους με κανένα γείτονα ή άλλον άνθρωπον δεν εμάλωσαν. Πλούσιοι και άρχοντες ήσαν, και το καλλίτερον ότι ήσαν από γένος βασιλικόν, ήγουν από του Δαβίδ του βασιλέως. Εις όλα τους γουν τα καλά οπού είχαν, δεν είχασι παιδίον, μήτε αρσενικόν, μήτε θηλυκόν, και διά τούτο ήλθασιν εις πολλήν λύπην και πικρίαν, πως δεν είχασι κληρονόμον. Ήτον δε και συνήθεια τον καιρόν εκείνον, ότι εί τις δεν εγέννα παιδίον, από όλους ήτον υβρισμένος και ονειδισμένος, και κανείς δεν έτρωγε ψωμί μετ᾽ εκείνον, αλλά αν υπήγαινε και εις την εκκλησίαν, παρακάτω από όλους εστέκετο. Και αν και υπήγαινε και λειτουργίαν, υστερώτερα από όλους ήτον συνήθεια να την δίδη τον ιερέα. Μίαν γουν των ημερών, οπού ήτον εορτή μεγάλη των εβραίων, υπήγεν ο Ιωακείμε με την γυναίκα του εις την εκκλησίαν. Και από την προθυμίαν τους την πολλήν οπού είχαν εις τον Θεόν, αποκότησαν μη ηξεύρωντας, και έδωκαν την λειτουργίαν τους εις τον ιερέα προτήτερα από όλους. Ο ιερεύς δε, οπού ήτον τον καιρόν εκείνον, ως τους είδεν ότι προτήτερα από όλους τους ανθρώπους έδωκαν την λειτουργίαν τους, εθυμώθη πολλά και λέγει τους:

Παράνομοι και ασεβείς άνθρωποι, διατί δεν εκαρτερεύσετε, ωσάν είναι η συνήθεια του νόμου, αμή εφέρετε πρώτοι την λειτουργίαν; Εσείς είστε καταραμένοι και οργισμένοι από τον Θεόν, διατί αποκοτίσετε και ήλθετε προτήτερα, υβρισμένοι και ονειδισμένοι από τον Θεόν και από ανθρώπους. Δεν εφοβηθήκετε τον Θεόν, δεν εντραπήκατε τους ανθρώπους, αμή εκαταφρονέσετε τον νόμον του προφήτου Μωϋσέως; σύρτε απεδώ γλήγορα, να μην σας κατακαύση ο Θεός, να μην σχίση η γη, και σας καταπίη, ωσάν εκείνον τον Δαθάν και τον Αβιρὠν, οπού ακούομεν, ότι άνοιξεν η γη και τους εδέχθη. Φύγετε από την εκκλησίαν, να μην αποθάνετε από την οργήν του Θεού.

Και ως ήκουσαν τους λόγους τούτους τι καρδίαν βάνετε εις τον νουν σας ότι έκαμαν; Άρχοντες και πλουτισμένοι άνθρωποι να υβρισθούσιν έτζι; Από γένος ήσαν βασιλικόν και φημισμένοι άνθρωποι, και να τους ονειδίση ένας άνθρωπος; Πόσον έκαμαν, οπού ήκουσαν τέτοια λόγια ομπροστά εις όλον το κάστρο εκείνο; Όμως με πολλήν ταπείνωσιν και πικραμένην καρδίαν, ευγήκαν από την εκκλησίαν, να υπάγωσιν εις το σπίτι τους.

Και όταν υπήγαν μεσοστρατίς, εγύρισεν ο Ιωακείμ κλαίωντας, και λέγει προς τη γυναίκα του:

Άννα ηγαπημένη μου γυναίκα, δεν έχω καρδίαν, να έλθω εις το σπίτι μας, μηδέ αγαπώ πλέον να ζω μίαν ημέραν, επειδή είμεσθεν οργισμένοι και υβρισμένοι από Θεόν και ανθρώπους. Αλλά εσύ σύρε εις το σπίτι σου, και κάμε όσον ημπορέσης ελεημοσύνην. Έπειτα κρυβήσου εις το περιβόλι μας, και παρακάλει τον Θεόν να σε ακούση, να μας δώση τέκνον. Και εγώ υπάγω εις ένα βουνόν, να νηστεύω, να παρακαλώ τον Θεόν, ή να μας δώση τέκνον, ή να με φάγουν τα θηρία. Τί την θέλω πλέον την ζωήν την λυπημένην και πικραμένην; Τί θέλω τον βίον, οπού σήμερον τον έχομεν και αύριον τον χάνομεν; Διά τούτο υπάγω εις το όρος να παρακαλώ τον Θεόν, όσον να με ακούση.

Εσυγχωρέθησαν γουν οι δύο τους παρευθύς, και ανεχώρησαν, και η μεν Άννα επήγεν εις το σπίτι της, και εσέβη εις το περιβόλι της, και εκεί επροσεύχετο και επαρακάλει τον Θεόν, κλαίοντας και λέγοντας:

Κύριε παντοκράτορ και μεγαλοδύναμε, οπού μόνον με τον ορισμόν σου έκαμες τον Ουρανόν και την γην, και όσα φαίνουνται, και είναι, οπού και τους πατέρας μας ελύτρωσες από τας χείρας του Φαραώ. Και με την πρόσταξίν σου εσχίσθη η θάλασσα και επέρασαν. Εσύ Θεέ, οπού τους έθρεφες σαράντα χρόνους εις την έρημον, εσύ οπού ευλόγησες την Σάρραν την γυναίκα του Αβραάμ, και εγέννησε τον Ισαάκ εις το γήρας της. Εσύ οπού εχαρίτωσες εκείνην την Άνναν την ομοίαν μου, και εγέννησε τον Σαμουήλ τον προφήτην, εσύ δότε και εμένα την ταπεινήν σου δούλην τέκνον. Και μην με αφήσης, να είμαι ονειδισμένη και υβρισμένη, από όλον μου το γένος, Κύριε ο Θεός μου. Και αν ωσάν τα θηρία δεν είμαι και εγώ, διατί με οργίσθης τόσον και είμαι στείρα; Εσύ οπού ευλόγησες τα ποιήματά σου, και είπες Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, δος και εμένα σπέρμα και καρπόν κοιλίας μου, και εάν γεννήσω καν αρσενικόν, καν θηλυκόν, να σε το χαρίσω με πάσαν μου χαράν, και να το φέρω εις τον ναόν σου, να το προσθέσω.

Και η μεν Άννα αυτά και περισσότερα έλεγε, κλαίοντας και παρακαλώντας τον Θεόν. Ο δε Ιωακείμ ο άνδρας της, ωσάν επήγεν εις το όρος, έκλαιε και αυτός, και εδέετο τον Θεόν, ωσάν η γυναίκα του.

Ο τρυφερός εναγκαλισμός του Ιωακείμ και της Άννας, ο οποίος, σύμφωνα με την αφήγηση του Πρωτοευαγγελίου του Ιακώβου τοποθετείται στη Χρυσή Πύλη των Ιεροσολύμων. Ψηφιδωτό, Μονή Χώρας, Κωνσταντινούπολη, 14ος αι.

Ο τρυφερός εναγκαλισμός του Ιωακείμ και της Άννας, ο οποίος, σύμφωνα με την αφήγηση του Πρωτοευαγγελίου του Ιακώβου τοποθετείται στη Χρυσή Πύλη των Ιεροσολύμων. Ψηφιδωτό, Μονή Χώρας, Κωνσταντινούπολη, 14ος αι.

Όμως ο Θεός, βλέποντας τα δάκρυά τους, και τους αναστεναγμούς τους, έστειλε τον αρχάγγελόν του Γαβριήλ, και υπήγεν εις τον Ιωακείμ εκεί, οπού ήτον εις το βουνόν, και λέγει τον:

Χαίρε Ιωακείμ και ευφραίνου. Εγώ είμαι αρχάγγελος Κυρίου, και ήλθα να σε ειπώ, ότι μέλλει να γεννήσης μίαν θυγατέρα, η οποία θέλει γεννήση από την παρθενίαν της τον Βασιλέα του Κόσμου και Θεόν. Άφησε γουν την πολλήν σου λύπην και την πικρίαν της ψυχής σου, και σύρε εις το σπίτι σου χαρούμενος. Σώνουν σε οι κόποι και οι αναστεναγμοί σου οι περισσοί. Επήκουσεν ο Θεός την δέησίν σου. Μόνον, σύρε, θαρρώντας εις τους λόγους μου, και δόξαζε τον Θεόν.

Η Άννα θηλάζει την κόρη της Μαρία. Τοιχογραφία Τέμπλου, ναός Αγίας Άννας, Ανισαράκι Κανδάνου, επαρχία Σελίνου, Κρήτη.

Η Άννα θηλάζει την κόρη της Μαρία. Τοιχογραφία Τέμπλου, ναός Αγίας Άννας, Ανισαράκι Κανδάνου, επαρχία Σελίνου, Κρήτη.

Αυτά είπεν ο άγγελος προς τον Ιωακείμ. Και πάλιν επήγεν πάραυτα και εις την Άνναν, και είπε την αυτά εκείνα τα λόγια. Ο δε Ιωακείμ, ωσάν ήκουσε τους λόγους και τα μηνύματα του αρχαγγέλου Γαβριήλ, υπήγε χαρούμενος εις το σπίτι του, και εύρηκε την γυναίκα του την Άνναν, οπού ήτον και αυτή χαρούμενη εις τους λόγους του αρχαγγέλου. Την νύχτα γουν εκείνην εσυνέλαβεν η Άννα την Δέσποιναν ημών Θεοτόκον εκ σποράς του Ιωακείμ. Διότι μόνον ο Χριστός εγεννήθη χωρίς σποράν ανδρός. Η δε κυρία Θεοτόκος και αυτής ώσπερ τους ανθρώπους όλους συνελήφθη εκ συνουσίας ανδρός. Όταν δε επληρώθησαν οι εννέα μήνες, εγέννησεν η Άννα παιδίον θηλυκόν. Συνήθεια δεν ήτον τότε των Εβραίων, ότι εις τες οκτώ ημέρες εκαλούσαν τους ιερείς και τους εφίλευαν οι γονείς του παιδίου, και εκείνην την ημέραν έβγαναν και το όνομα του παιδίου και την συνήθειαν γουν και ο Ιωακείμ εκάλεσεν τους ιερείς εις την ογδόην ημέραν να τους φιλεύση διά να θέσουσιν όνομα της θυγατρός του και ονόμασέ την Μαριάμ. Ότι το μεν Μ, λέγει, μόνη. Το ρ, ρύσεται, το ι, ιο. Το α, άπαντας. Το μ, μισοκάλου. Ήγουν μοναχή της αυτή θέλει γλυτώση τους ανθρώπους όλους από το φαρμάκι, ήγουν την αμαρτίαν του διαβόλου, οπού ποτέ το καλόν δεν το αγαπά. Αυτό λοιπόν δηλοί το όνομα της Παναγίας.

Κολακεία της Θεοτόκου. Η μικρή Μαρία στην αγκαλιά των γερόντων γονέων της Ιωακείμ και Άννας. Ψηφιδωτό, Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη.

Κολακεία της Θεοτόκου. Η μικρή Μαρία στην αγκαλιά των γερόντων γονέων της Ιωακείμ και Άννας. Ψηφιδωτό, Μονή της Χώρας, Κωνσταντινούπολη.

Χθες, επικοινώνησε μαζί μου ένας καλός μου φίλος, ο Ιωακείμ. Αυτή τη στιγμή στήνει ένα ελληνικό σχολειό εκτός Ελλάδας. Από την αρχή επάνω στα ερείπια του παλαιού. Σήμερα, εορτάζει. Πολύχρονος Ιωακείμ, εκεί μακριά που βρίσκεσαι.

9 Σεπτεμβρίου 2014

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s