ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΣΕ ΜΟΡΦΩΝΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΒΑΣΑΝΟ

vamvounakiΤο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη Όλοι φοβούνται τον έρωτα που εκδόθηκε από τον Αρμό (Nοέμβριος, 2012) δομείται σε τρεις πράξεις. Αυτός ο χωρισμός παραπέμπει κατευθείαν στη θεατρική πρακτική. Μοιάζει σα να ξεκινούμε από την αρχή της ανάγνωσης να μπαίνουμε σε έναν κόσμο θεατρικό, σε μια περιοχή διαφορετική από την καθημερινή ζωή.

Mια κοινή παραδοχή στις θεατρικές σπουδές είναι πως όταν διαβάζουμε ένα θεατρικό έργο λειτουργούμε όπως ένας σκηνοθέτης, αφού βλέπουμε να παίζεται μπροστά μας η ιστορία που είναι τυπωμένη στις σελίδες. Όταν μάλιστα περάσουμε στη διαδικασία να το διαβάσουμε δυνατά, δηλαδή όταν ανταποκριθούμε και με το σώμα μας να παίξει τότε το έργο αρχίζει να ολοκληρώνει τον προορισμό του. Συμβαίνει άραγε το ίδιο με το κείμενο που δεν γράφεται με σκοπό τη σκηνή αλλά προορίζεται για ιδιωτική χρήση; Θα απαντήσω αμέσως καταφατικά. Ο νους του αναγνώστη είναι ελεύθερος να πλάσει εικόνες, να ζωντανέψει τον αφηγηματικό λόγο στη φαντασία του, απλά δεν θα προχωρήσει παραπέρα, όπως θα προχωρούσε ένας παραγωγός ή ένας σκηνοθέτης στο θέατρο, ώστε να δώσει σάρκα και οστά στη φανταστική παράσταση του νου. Μάλιστα, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο αναγνώστης μπορεί να πάει παραπέρα από τον θεατή μιας παράστασης, ο οποίος αναγκαστικά περιορίζεται στην οπτικοποίηση που του προσφέρει ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί του σε έναν πολύ συγκεκριμένο χώρο, αυτό που λέμε σκηνή. Καλούμαι σαν αναγνώστης ατομικά να ερμηνεύσω αυτό που διαβάζω κάτι που στο θέατρο προσφέρεται από την παράσταση. Και εδώ θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω την εμπειρία μου ως αναγνώστη, δίχως να υπεισέρχομαι σε περιοχές των ειδικών της λογοτεχνικής κριτικής, δίχως να έχω καμιά αυταπάτη ότι εξαντλώ το βάθος του κειμένου και, κυρίως, δίχως να αντιμετωπίζω το έργο της Βαμβουνάκη ως ένα ψυχρό αντικείμενο. Μιλάω για την προσωπική σχέση που ανέπτυξα με όσα περιγράφονται στο βιβλίο, τη δική μου ανάγνωση, πράγμα που σημαίνει ότι αναφέρομαι στη δική μου παράσταση του νου που μπορεί να είναι απόλυτα διαφορετική από άλλες ατομικές αναγνώσεις. Ακόμη, θέλω να διευκρινίσω ότι δεν είμαι ο ιδανικός αναγνώστης της Βαμβουνάκη για δύο λόγους: 1) αισθάνομαι ότι δεν την ξέρω ακόμη όσο θα ήθελα, έχω δηλαδή πολλά πράγματα να ανακαλύψω 2) με έχει στοιχειώσει η δουλειά της με τον Αλέξανδρο Κατσιάρα στο παράξενο και πολύ γοητευτικό βιβλίο μύησης Όταν ο Θεός πεθαίνει. Όμως, αισθάνομαι τυχερός γιατί δίπλα μου έχω μάλλον μια ιδανική αναγνώστρια του έργου της. Είμαι ακόμη χαρούμενος γιατί μού δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω ήρωες από την ανάποδη, απογυμνωμένους από την πανοπλία του κύρους και χωρίς στολίδια που θαμπώνουν το βλέμμα.

Το κατ᾽ εξοχήν στοιχείο της θεατρικότητας που έχει το βιβλίο της Βαμβουνάκη είναι η παρατήρηση στον ψυχικό κόσμο είτε ως παρατήρηση του άλλου, είτε ως αυτοπαρατήρηση. Στη λογική της παράστασης μας πηγαίνει ευθέως και η εξομολόγηση του κεντρικού ήρωα στις πρώτες ήδη σελίδες του βιβλίου ο οποίος φαντασιωνόταν τον εαυτό του να είναι επαγγελματίας ψυχολόγος και να παρακολουθεί τις ιστορίες των ανθρώπων που άκουγε «όπως ο θεατής σε εξαίσια θέατρα» (σ. 12). Όσο και να διαψεύστηκε για την άνεση που θα είχε η δουλειά δεν έπαψε να είναι από την πλευρά της πλατείας, ένα κοινό του ενός που βλέπει να ζωντανεύουν ενώπιόν του ιστορίες γοητευτικές και απίθανα σενάρια της ανθρώπινης ζωής. Aπό εκεί από την «ξεχαρβαλωμένη δερμάτινη πολυθρόνα» που έχει πάρει το σχήμα του σώματός του, σε κοντινή απόσταση από το ντιβάνι του πελάτη ακούει, εγγράφει στη μνήμη του και αναμεταδίδει σε πρώτο πρόσωπο. Έτσι, ο αφηγητής είναι ο πρωταγωνιστής, επομένως ο λόγος που δημοσιοποιεί απευθυνόμενος προς τον αναγνώστη είναι ένας μονόλογος ο οποίος λειτουργεί ως:

1) Έκθεση παλαιότερων γεγονότων

2) Προσωπικός στοχασμός προκειμένου να ληφθεί μια απόφαση

Ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται για να συγκροτηθεί το περιβάλλον της αφήγησης, ενώ ο δεύτερος τύπος λειτουργεί στην κορύφωση των εξελίξεων της ιστορίας όταν τα διλήμματα κατακλύζουν τον ήρωα και καλείται επειγόντως να λάβει θέση και να αποφασίσει για εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη σχέση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ του ίδιου και του θεραπευόμενου.

Ένα ακόμη είδος του μονολόγου που χρησιμοποιείται από τη Βαμβουνάκη είναι το κατ᾽ ιδίαν, μια σύμβαση που είναι γνωστή στο θέατρο, έχει δεχθεί μομφές για το αναληθές του να μιλά κανείς μόνος του, αλλά ποτέ δεν έπαυσε να ισχύει αφού προκαλεί την άμεση εμπλοκή του θεατή/ακροατή/αναγνώστη. Η διέγερση του άλλου που παρακολουθεί την ιστορία γίνεται συνήθως με έναν στοχασμό του προσώπου που μιλά, εξωτερικεύει δυνατά τη σκέψη του και αποκαλύπτει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με άνεση σε κανονικές συνθήκες πρόσωπο με πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό ο αποδέκτης της πληροφορίας μετατρέπεται σε μάρτυρα σε ένα είδος ηδονοβλεψία αφού εξαναγκάζεται να μοιραστεί κάτι που σε άλλες συνθήκες θα ήταν αδύνατον να βιώσει.

Έτσι, λοιπόν, από τις πρώτες λέξεις του βιβλίου έχεις την αίσθηση πως τώρα θα σβήσουν τα φώτα, θα ανοίξει η αυλαία, και θα φωτιστεί το σκηνικό. Πράξη πρώτη: ένα εσωτερικό γραφείο κοντά στη Μονή Πετράκη, σε υπερυψωμένο ισόγειο του Μεσοπολέμου με εξωτερική σκουριασμένη σκάλα υπηρεσίας. Είμαστε σε ένα δωμάτιο που του λείπει ο τέταρτος τοίχος. Από την αρχή ένα παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι αρχίζει. Ο ήρωας δουλεύει όταν σκοτεινιάζει, δέχεται πελάτες τα βραδινά. Το φως του ήλιου που δύει του προκαλεί θλίψη. Ο κεντρικός μας ήρωας του οποίου δεν θα μάθουμε το όνομα είναι αμπαρωμένος μέσα στην ασφάλεια του κλειστού χώρου, όπως οι ήρωες του Ίψεν, που δεν διακινδυνεύουν τον έξω κόσμο. Ο χώρος μετά το τέλος της εργασίας είναι ασφυκτικός και δεν αντέχεται. Τα λόγια που ειπώθηκαν δεν φεύγουν με τον αέρα, παραμένουν πεισματικά εκεί και περιφέρονται σαν πνεύματα που στοιχειώνουν τον χώρο. Κλείνει το καλοκαίρι για διακοπές και την περνάει στη βεράντα του, στο διαμέρισμα που ζει. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ήρωάς μας δεν θυμάται τη ζωή του, ενώ θυμάται όλες τις λεπτομέρειες των συνεδριών του. Επομένως, ζει μέσα από τους άλλους, είναι αφιερωμένος να υπηρετεί την ζωή των άλλων. Εκεί, στο μισοσκότεινο δωμάτιο με το ντιβάνι θα γνωρίσει τον ασθενή που θα του αναστατώσει τη ζωή.

Στη Δεύτερη Πράξη έρχεται να προστεθεί ένα νέο δεδομένο που περιπλέκει τα πράγματα: είναι μια ανακάλυψη που θα ανατρέψει την πορεία του θεραπευόμενου αλλά ταυτόχρονα θα τον οδηγήσει προς μια νέα κατεύθυνση ωρίμανσης. Ώσπου, ακόμη ένα νέο στοιχείο έρχεται να ανατρέψει τη ζωή όχι μόνο του ασθενούς αλλά και του αναλυτή του.

Στην Τρίτη Πράξη μια αποκάλυψη θα φέρει σε δοκιμασία τη σχέση των δύο ανδρών, όταν ο ασθενής θεραπεύεται και ο ψυχολόγος αισθάνεται ότι τρελλαίνεται. Η λύση που θα δοθεί βασίζεται στη γενναιότητα και τη συμπάθεια.

Κριτική στο επάγγελμα

Ένα ερώτημα που στριφογύριζε στο νου κατά την ανάγνωση του βιβλίου ήταν πόσο μας βοηθάει να κατανοήσουμε τον κόσμο. Όπως και πόσο διευρύνει τη συμπάθειά μας για τους άλλους.

Από την αρχή είναι φανερό ότι μας φέρνει κοντά με το επάγγελμα του ψυχολόγου. Για την ακρίβεια: με το παράπονο του ψυχολόγου, με την τυραννία και το βάσανο που αισθάνεται κατά τη διάρκεια της εργασίας του, όταν οι ασθενείς τον θέλουν τέλειο και παντοδύναμο και εκείνος οφείλει να παριστάνει τον πατέρα των ανήλικων. Η ιστορία αφορά έναν πανέμορφο τριανταπεντάρη και τις συνεδρίες που έχει με έναν αναλυτή ο οποίος έχει περάσει από καιρό τα πενήντα. Το θέμα μας θυμίζει την εργασία της Μάρως Βαμβουνάκη. Η ίδια εργάζεται ως ψυχολόγος. Οι σκηνές με τους ηθοποιούς στον Άμλετ θυμίζουν στο κοινό ότι παρακολουθούν παράσταση. Η ανάγνωση του βιβλίου Όλοι φοβούνται τον έρωτα μας θυμίζει την επαγγελματική ιδιότητα της συγγραφέως. Κάπου όλο το κείμενο μοιάζει να είναι σελίδες προσωπικού ημερολογίου. Και κυρίως μας φέρνει κοντά με όσα δεν θα μας έλεγε ποτέ ένας που εργάζεται με την ανθρώπινη ψυχή. Η ειλικρίνεια που εκπέμπει το βιβλίο είναι το μεγάλο κέρδος που έλαβα μετά την ανάγνωση.

Η ειλικρίνεια της Βαμβουνάκη είναι φανερή όταν θίγει ζητήματα κρίσιμα για την ερωτική ταυτότητα του ανθρώπου που ενδεχομένως θα σοκάρουν ορισμένους αλλά είναι βέβαιο ότι θα αποενοχοποιήσουν ανθρώπους που αισθάνονται το βάρος του λάθους για τον προσανατολισμό τους. Χωρίς περιστροφές αναφέρεται άμεσα στο εξής:

Το κύριο και ίσως μοναδικό κριτήριο της ομοφυλοφιλίας είναι ο συναισθηματικός έρωτας, ο έντονος ψυχοπνευματικός πόθος για ένα άτομο του φύλου σου. Με ίδιο πόνο, με ίδιο ήθος, με ίδια αθώα απαίτηση για το αιώνιο, με ίδια εξάρτηση και ανασφάλεια, όπως συμβαίνει και με τους ετεροφυλόφιλους εραστές. (σ. 32, 33)

Αυτή η φιλανθρωπία της Βαμβουνάκη καταρρίπτει ηθικιστικές διατυπώσεις που έρχονται και ξανάρχονται σε επίσημα χείλη αρχιερέων, οι οποίοι κατηγοριοποιούν τους ανθρώπους ανάλογα με τις προτιμήσεις τους, αποδίδοντας ευθύνη σε «μία έλξη αναπόφευκτη σε βαθμό φύσης», φράζοντας ερμητικά την πύλη της Εκκλησίας.

Σε αυτό το πλαίσιο θα ομολογηθεί κάτι που είναι ένα απίστευτα οδυνηρό βίωμα για τα αγόρια, κάτι που δεν τίθεται ποτέ από την κοινωνία στα κορίτσια. Από μικρός άκουγα ιστορίες για ξαδέλφες από συγγενείς μου, οι οποίοι προσπαθούσαν να με εξοικειώσουν με τη σεξουαλική αγοραία επαφή, κάτι που είχε συμβεί και σε φίλους μου, κάτι που είχα ακούσει ως αφήγηση από μητέρες οι οποίες αγχωμένες για την ταυτότητα του γιου τους φρόντιζαν να έρθουν σε επαφή στην εφηβεία, συνήθως, με γυναίκες που ήταν διαθέσιμες να μυήσουν στον έρωτα τον υποτιθέμενο παρθένο κανακάρη, ώστε να μη γίνει «αδελφή» και ντροπιάσει την οικογένεια.

Η προωθημένη διατύπωση της Βαμβουνάκη προχωράει ακόμη παραπέρα:

Η ερωτική κλίση προς το ίδιο φύλο δεν επηρεάζεται έξωθεν , έρχεται μέσα από το σώμα και μέσα από τον ψυχισμό.

Αυτό τί σημαίνει; Όπως θα συνεχίσει η ίδια:

Κανείς δεν γίνεται ομοφυλόφιλος εξαιτίας της τηλεόρασης , περιοδικών γκέι ή από το γενικό παράδειγμα.

Πηγαίνει ακόμη βαθύτερα:

Οι γιοί ομοφυλόφιλων πατεράδων δεν θα γίνουν απαραίτητα γκέι , έχουν τις ίδιες πιθανότητες με κάθε αγόρι. Ας μην ανησυχούν για το ζήτημα αυτό οι γονείς. (σ. 34)

Από αυτή την πλευρά θεωρώ ότι οι γονείς που έχουν θέμα με όλα αυτά θα έχουν την ευκαιρία να ακούσουν μια φωνή που μιλάει εκ βαθέων, δίχως να καταπίπτει στο παραλήρημα, με σοβαρότητα και νηφαλιότητα να λέει καθαρά:

Η αγάπη και η εκτίμηση δεν περνάει από τα σεξουαλικά όργανα κανενός. Τα σεξουαλικά όργανα του καθενός, και ο αντίστοιχος ερωτικός ψυχισμός του, είναι ένα προσωπικό σύμπαν, προσωπικότατο και απολύτως σεβαστό.

Ο αναλυτής

Είναι εξαιρετικά ευάλωτος επαγγελματίας ενώ τον θεωρούν παντοδύναμο, θεό. Έχει άγχη, ενοχές, κουράζεται και βαριέται. Θυμώνει, εξοργίζεται και πιέζεται. Είναι ατελής. Έχει πάψει να πηγαίνει σε συνέδρια, θεωρεί πρόστυχο η καρέκλα του να είναι ψηλότερη από εκείνη του συνομιλητή του. Όλη αυτή η αυτοαναφορικότητα από μια άποψη ενδιαφέρει άμεσα τους συναδέλφους της, αφού είναι ένας οδηγός προς ναυτιλομένους, προς νέους ψυχολόγους. Ο ήρωας της ιστορίας μας δείχνει να αμφισβητεί την εργασία και να παράδεχεται κάτι που προκαλεί σοκ:

Επιβιώνω επαγγελματικά γιατί υπάρχουν πολύ πιο βλάκες από μένα (σ. 174).

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι σαφή και κρίσιμα: Ποιά είναι η διαφορά πατέρα και ψυχολόγου, νταντάς και αναλυτή; Τί είναι τελικά αυτός ο άνθρωπος που προστρέχουν για την ψυχή τους όσοι τον έχουν ανάγκη; Γονιός, σύμβουλος, σκουπιδοτενεκές ή ένας σάκκος του μποξ; Ποιό είναι το χρέος του, με άλλα λόγια τί σημαίνει είμαι θεραπευτής του άλλου; Είναι ένας σωτήρας, ένας πνευματικός ανάλογος του γέροντα ή ένας γκουρού; Ακόμη, «πρέπει ο ψυχολόγος να φανερώνει τις αντιδράσεις του στον αναλυόμενο»; Πώς παίρνει βοήθεια, τελικά, ο αναλυόμενος;

Λόγος αποφθεγματικός

Είναι μια αρετή του συγγραφέα που διατυπώνει επιγραμματικά τον λόγο και διεκδικεί κύρος. Η Βαμβουνάκη εκφράζεται αποφθεγματικά χωρίς πρόθεση να κουνήσει το δάκτυλο προκειμένου να διδάξει αλλά για να δώσει με έναν άμεσο τρόπο μια προσωπική της εμπειρία ή να πληροφορήσει κάτι που είναι κοινό βίωμα και έχει πρακτική αξία.

Ο Έλληνας θέλει να ελέγχει, ή να νομίζει πως ελέγχει, ό,τι τον περιβάλλει, έχει γνώμη για το κάθε τι, δειλιάζει να εγκαταλείπεται με εμπιστοσύνη σε άλλον, σε πρόσωπα ή σε συνθήκες. Δύσκολα εμπιστεύεται άλλον πλην του εαυτού του, επειδή ακριβώς δύσκολα εμπιστεύεται και τον εαυτό του τον ίδιο. (σ. 9)

Ὅ,τι δεν λύνεται το κόβεις.

Τα παιδιά μεγαλώνουν εγωκεντρικά, δεν μεγαλώνουν δηλαδή.

«Ενήλικη αγάπη». Ο τρόπος να δώσεις και να πάρεις αγάπη.

Η τρυφερότητα εξαγοράζει ψυχές, οι εντολές υπακούονται , ο άλλος υποδουλώνεται με ευχαριστία και ενοχές.

Λέξεις που πονάνε, που δεν λέγονται ευθέως και αποκαλύπτουν τον θάνατο του εαυτού:

Είναι που δεν έζησες! Είναι που δεν ζεις, ηλίθιε!.

Και ακόμη:

Η ιστορία γράφεται από αιώνες με δόση παράνοιας. Κυρίως γιατί κάποιοι γιοι, πιστεύουν τυφλά και άκριτα τη μάνα τους.

Ο κουτός εγωισμός είναι ανιαρότατος.

Άμα αγαπάς αληθινά δεν καλλιεργείς ενοχές στον άλλο ή στον εαυτό σου.

Δεν αποφασίζουμε πάντα εμείς για τη ζωή και τη φύση, έρχεται ώρα που αποφασίζουν αυτές για μάς.

Δεν είστε μονάχα αυτό που σας έπλασαν οι γονείς σας… Δεν είμαστε μονάχα οι γονείς μας -και ποιος, να με πάρει και να με σηκώσει, είχε ποτέ τους τέλειους γονείς; Κανέναν δεν ξέρω.

Τίποτα δεν σε μορφώνει καλύτερα από το δικό σου το βάσανο.

Θεολογικό χρώμα

Επισημαίνω ακόμη ένα λεπτό θεολογικό άρωμα που διατρέχει την αφήγηση υποστηρίζοντας έτσι ιδιαίτερα τον λόγο. Αναφέρω ορισμένα παραδείγματα.

Για να προσδιορίσει την άγονη μοναξιά, την ανία που κατακλύζει τον ψυχολόγο σε ερωτήσεις τυποποιημένες μετά από διαλέξεις χρησιμοποιεί τη λέξη ακηδία.

Όταν αισθάνεται ότι δεν πρωτοτυπεί με τον λόγο επισημαίνει μια άμεση διαπιστώσιμη αλήθεια που επιβάλλει την επανάληψη κοινοτυπιών που είναι στην ουσία τους ανεφάρμοστες: «Θυμηθείτε κατά πόσο εφαρμόζεται η πιο συνηθισμένη και πασίγνωστη παρότρυνση της γης: Αγαπάτε αλλήλους».

Η διάκριση είναι το κλειδί για να μπορέσει να βοηθήσει τον αναλυόμενο, τον ξεχωριστό δηλαδή άνθρωπο που ζητά βοήθεια από τον ειδικό.

Είμαστε καμωμένοι από χώμα.

Κι αν ο πανταχού παρών Θεός είναι πανταχού, είναι όμως Θεός και πανάγαθος.

Παράδειγμα για το τί σημαίνει ενεργώ κόντρα στον φόβο μου:

Ο Ιησούς δεν κόλλησε στο «παρελθέτω ἀπ᾽ εμού», σηκώθηκε και προχώρησε τη νύχτα προς τη φρουρά των ένοπλων διωκτών, πέρασε και από το φιλί του Ιούδα, αλλιώς δεν θα τον ήξερε κανείς σήμερα.

Για τα παιδιά που θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο από τους γονείς:

Κι αν δεχθούμε ότι ο Χριστός ήταν ο δικαιότερος που ήρθε στη γη, τότε γιατί απευθύνθηκε σε όλους ισότιμα και δεν είπε: από εδώ τα πρόβατα, από εκεί τα ερίφια, κι από εδώ όσοι είναι τραυματισμένοι από τους γονείς τους;

Ώρες-ώρες και μέσα στην επιστήμη μου διακρίνω αυτό για το οποίο επιμένουν οι πατέρες της πίστης μας, πως θάνατος είναι η ψεύτικη ζωή.

Παρά την ψιλοαπιστία μου, θυμάμαι καλά πως ο Ιησούς Χριστός δάκρυσε άμα έμαθε τον θάνατο του φίλου του, του Λάζαρου.

Κλείνοντας αυτή τη μικρή μου κατάθεση για το βιβλίο θέλω να πω ότι το έργο της Βαμβουνάκη δεν βιώνεται σε έναν κόσμο περίκλειστο, απομονωμένο, λογοτεχνικό κι επινοημένο, εκτός πραγματικότητας. Μας αναγκάζει να δούμε από ένα παράθυρο όχι προς τον κόσμο αλλά μέσα στον κόσμο, απαιτεί από μας μια ενεργητική συμπεριφορά, προκαλεί το ενδιαφέρον για προσωπικό στοχασμό και θέτει το αίτημα του ανοίγματος προς τον κόσμο και της απελευθέρωσης από τα οικογενειακά δεσμά που καθηλώνουν.

H συγγραφέας δεν απαιτεί από τον αναγνώστη να είναι ενήμερος ή να έχει ειδικές γνώσεις για να παρακολουθήσει την υπόθεση. Οι εμπειρίες που αναφέρονται, όσο ζοφερές και αν είναι ζοφερές, δεν παύουν να είναι καθημερινές με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται διαρκώς από τον αναλυόμενο στον αναλυτή ώστε τελικά να αναρωτιέσαι εάν αυτός που φοβάται περισσότερο τον έρωτα είναι ο ασθενής ή ο θεραπευτής του.

Το βιβλίο διαβάζεται, κυριολεκτικά, μονορούφι. Δεν χάνεις ούτε μια συλλαβή. Οι διάλογοι οι οποίοι συμπληρώνουν τον μονόλογο του αφηγητή-κεντρικού ήρωα, είναι φυσικοί και σε έκταση όσο χρειάζεται. Η ιστορία που αφηγείται η συγγραφέας μας έχει μια μητέρα «ιέρεια» έναν «θεϊκό» πατέρα που είναι πλέον αόρατος, και τον γιο τους που αγωνίζεται να ενηλικιωθεί σε έναν κόσμο καταπίεσης. Το δίδαγμα από την ανάγνωση του νέου βιβλίου της Βαμβουνάκη συνοψίζεται στο εξής: Ζωή και λογοτεχνία είναι τόσο αλληλένδετα ώστε δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις τη δική σου καθημερινή πραγματικότητα μέσα στις σελίδες του βιβλίου, μέσα από ένα κανάλι της φαντασίας για να εξερευνήσεις τα συναισθήματα, τους φόβους και το τί μπορεί να σημαίνει έρωτας αλλά και τί σημαίνει εξουσία στις σχέσεις γονιών παιδιού, τι πάει να πει μαρτύριο στις σχέσεις και πάλη της ανθρώπινης ψυχής. Από αυτή την άποψη και όσο διεγείρει τη διάνοια και προκαλεί την εσωτερική αναζήτηση το έργο της Βαμβουνάκη θα είναι απολαυστικό δηλαδή ζωντανό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s