SERMO CORPORIS

Σημείωση τῶν πολλῶν καὶ διαφορετικῶν κινήσεων τῶν χεριῶν. Johannes JelgerhuisTheoretische lessen over de gesticulatie en mimiek... Amsterdam, 1827.

Τὰ χέρια ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία κατὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ κηρύγματος λόγῳ τῶν πολλῶν καὶ διαφορετικῶν μηνυμάτων ποὺ μεταδίδουν. Στὴν εἰκόνα: Σημείωση τῶν πολλῶν καὶ διαφορετικῶν κινήσεων τῶν χεριῶν. Johannes Jelgerhuis, Theoretische lessen over de gesticulatie en mimiek… Amsterdam, 1827.

Ιωσήφ Βιβιλάκης

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΩΣ PERFORMANCE

Εκκλησιαστική ρητορική και θεατρική τέχνη μετά το Βυζάντιο

εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 516.

Στο καινούργιο του βιβλίο, ο Ιωσήφ Βιβιλάκης, Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται με την σχέση κηρύγματος και θεάτρου κατά τους μεταβυζαντινούς αιώνες της Τουρκοκρατίας μέχρι και τον 19ο αιώνα. Πρόκειται για ένα έργο που καλύπτει βιβλιογραφικό κενό, καθώς μεταφέρει και εφαρμόζει μια σύγχρονη μεθοδολογία και πορίσματα των σπουδών της παράστασης («performance studies») σε μια εποχή που, -συγκριτικά πάντα-, είναι πολύ λίγο μελετημένη. Το γεγονός αυτό, καθώς και η προσωπική ματιά του συγγραφέα, που είναι μάλλον εναλλακτική ως προς τα κυρίαρχα μοντέλα σκέψης τόσο των θεολόγων, όσο πιθανώς και των θεατρολόγων, καθιστούν το έργο πρωτοποριακό στο είδος του.

Σύμφωνα με την δομή του βιβλίου, η σχέση εκκλησιαστικής ρητορικής και θεάτρου αρθρώνεται ως ένα πέρασμα από το «δραματικό κήρυγμα» (1ο μέρος του βιβλίου, σσ. 101-185) στο «κηρυγματικό δράμα» (3ο μέρος, σσ. 313-458), ενώ στο 2ο μέρος του έργου (σσ. 187-309) αναλύονται στοιχεία της παραστασιμότητας του κηρύγματος. Ως προς το πρώτο, γίνεται η προσπάθεια να μελετηθεί το κήρυγμα ως performance, δηλαδή ως τέλεση και παρουσίαση μιας ιστορίας ενώπιον ενός κοινού από έναν performer ιεροκήρυκα. Είναι ενδιαφέρον το πώς σε μία εποχή που η θεατρική τέχνη είχε καθ’ εαυτήν προσωρινά ανασταλεί, -ώσπου να αναγεννηθεί στην όψιμη Τουρκοκρατία-, επεβίωσε λανθανόντως μέσα από το εκκλησιαστικό κήρυγμα, το οποίο υιοθέτησε πολλές από τις τεχνικές της. Ορισμένες από τις τεχνικές που αναλύονται είναι, -μεταξύ άλλων-, η ὑποτύπωσις, δηλαδή η ζωντανή αναπαράσταση «ώστε ο ακροατής να αισθάνεται «οφθαλμοφανώς» την διήγηση» (σ. 111) και ο λόγος να καθίσταται θέαμα, η ἠθοποιΐα, δηλαδή η μελέτη των χαρακτήρων, η προσωποποιΐα, δηλαδή η προσωποποίηση ιδεών, καταστάσεων ή και απρόσωπων όντων, ώστε να γίνεται παραστατικότερος ο λόγος, η δραματοποίηση του βιβλικού υλικού με χρήση φανταστικών διαλόγων, -μια τόλμη που είχαν άλλωστε και οι βυζαντινοί υμνογράφοι-, η ἀνακοίνωσις δηλαδή η θέση διλημμάτων στο ακροατήριο, ώστε να επιτευχθεί μια οιονεί διαδραστικότητα, και άλλες (λ.χ. το ἐπιφώνημα, η παράλειψις, η ἀποσιώπησις, η συγχώρησις και η ἐπανόρθωσις). Γίνεται επίσης σύγκριση των μεταβυζαντινών μεθόδων με σύγχρονες τάσεις, όπως η μπρεχτική και μεταμπρεχτική αποστασιοποίηση, τα remakes στο θέατρο και τον κινηματογράφο, το σπικάζ κ.ά.

Αντιστρόφως, με τον όρο «κηρυγματικό δράμα» εννοούνται κείμενα που έχουν δραματική μορφή αυτονομούμενα από τη λατρεία και το χριστιανικό ημερολόγιο, αλλά στηρίχτηκαν σε τεχνικές της χριστιανικής ομιλητικής, όπως η δραματοποίηση των βιβλικών διηγήσεων με διαλόγους και διαμόρφωση χαρακτήρων. Συνέβη, δηλαδή, κάτι σαν αντιδάνειο. Το κήρυγμα άντλησε στοιχεία από το θέατρο (και τη θύραθεν ρητορική), τα διατήρησε ζωντανά εντός του, και στη συνέχεια τα μεταλαμπάδευσε στο δράμα, όταν αυτό αναγεννήθηκε, ζωογονώντας το στην προσπάθεια του να χειραφετηθεί από τη λατρεία. Στο τελευταίο αυτό μέρος εξετάζονται κυρίως τα έργα του Καισαρίου Δαπόντε (1713-1784), ενώ σε όλο το βιβλίο μελετώνται ορισμένοι αντιπροσωπευτικοί συγγραφείς, όπως ο Αλέξιος Ραρτούρος, ο Μελέτιος Πηγάς, ο Δαμασκηνός Στουδίτης, ο Φραγκίσκος Σκούφος, ο Ηλίας Μηνιάτης, ο Αθανάσιος Πάριος, ο Ιωάσαφ Κορνήλιος, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και ο Νεόφυτος Βάμβας.

Στο δεύτερο μέρος, -μεταξύ δραματικού κηρύγματος και κηρυγματικού δράματος-, αναλύονται στοιχεία από την παραστασιμότητα του κηρύγματος, όπως ο σκηνικός περίγυρος, η διάκριση σκηνικού και δραματικού χώρου, η χρήση flash-back και flash-forward και η sermo corporis, δηλαδή ο λόγος του σώματος του ιεροκήρυκα. Τίθενται επίσης ζητήματα ευρύτερου προβληματισμού, όπως μια συγκριτική μελέτη του κήρυκα, του ρήτορα και του ηθοποιού, ζητήματα φύλου (gender) στους τρεις αυτούς ρόλους, όπως η διεκδικούμενη ή όχι αρρενωπότητα ή η ἀρρενοφροσύνη, το θέμα της επιτελεστικότητας του κηρυγματικού λόγου, καθώς και η διερώτηση αν αυτή η δραματοποίηση του κηρύγματος πρέπει ή όχι να ειδωθεί ως εντασσόμενη σε ένα είδος γενικότερου εκδυτικισμού του ορθόδοξου πολιτισμού. Οι τοποθετήσεις του συγγραφέα υπερβαίνουν μία μονολιθική κατανόηση της ορθόδοξης παράδοσης, και, όπως ήδη γράψαμε, είναι μάλλον εναλλακτικές σε σχέση με ένα κυρίαρχο θεολογικό ντίσκουρς που εξοβελίζει από την παράδοσή μας την δραματοποίηση ή ακόμη και το συναίσθημα ή και την ψυχολογία. Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον, πιστεύουμε, αυτός ο προβληματισμός για τον ιεροκήρυκα ως performer να επεκταθεί και στη νεωτερικότητα, καθώς και στην δική μας εποχή.

Άξια μνείας είναι, τέλος, η καλαισθησία της έκδοσης που περιέχει και πλούσιο ένθετο με εικόνες που βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει μέσα από τις εικόνες όσα περιγράφονται στις αναλύσεις του βιβλίου.

Διονύσιος ΣΚΛΗΡΗΣ

Πηγή: Σύναξη 128 (2013), σ. 107-108

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s