ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΩΣ PERFORMANCE» ΣΤΟΝ ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ

Δοκίμιο

Ιωσήφ Βιβιλάκης

Το κήρυγμα ως performance. Εκκλησιαστική ρητορική και θεατρική τέχνη μετά το Βυζάντιο, εκδ. Αρμός, 2013, 516 σελ.

Μετά τις αυτοτελείς –μεταξύ άλλων– μελέτες του Θεατρική αναπαράσταση στο Βυζάντιο και στη Δύση (Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, 2003), Για το Ιερό και το Δράμα. Θεατρολογικές προσεγγίσεις (εκδ. Αρμός 2004) και τη σχετικά πρόσφατη φιλολογική και σχολιασμένη έκδοση της «κωμωδίας» Αυξεντιανός μετανοημένος (1752) (Ακαδημία Αθηνών, 2010), ο καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωσήφ Βιβιλάκης, εφοδιασμένος με έναν σπάνιο και σπάνια διαλεκτικό συγκερασμό θεολογικού και θεατρολογικού εξοπλισμού, επανέρχεται στο προσφιλές γι’ αυτόν ερευνητικό πεδίο της ύπαρξης, της ποιότητας και της λειτουργίας της θεατρικότητας στην εποχή του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης, του Βυζαντίου και της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτή τη φορά θα εστιάσει στη θεωρία και την πρακτική του ελληνόφωνου κηρύγματος στη μετα-βυζαντινή περίοδο (από τον 16ο  έως τον 19ο αιώνα), διερευνώντας αναδρομικά τη νεώτερη έννοια της «performance» (παράσταση, τέλεση, επιτέλεση), όπως αυτή αναπτύχθηκε, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, στο β΄ μισό του 20ού αιώνα, όταν νέες μορφές παραστατικών δράσεων (ζωντανό θέατρο χάπενιγκ, θέατρο δρόμου,  δρώμενα σε μουσεία ή γκαλερί τέχνης) κατέστησαν ακόμη πιο ρευστά τα –ούτως ή άλλως συγκεχυμένα— όρια ανάμεσα στη θεατρική τέχνη και την κοινωνική διάδραση, τους θεατρικούς και τους κοινωνικούς ρόλους, για να θυμηθούμε τον Erving Goffman.

Σε μια εποχή, που η θεατρική παράσταση, ως διακριτό καλλιτεχνικό συμβάν με προσίδιες αισθητικές και θεσμικές προδιαγραφές, απουσιάζει από την ορθόδοξη κοινότητα, η παραστατική εμπειρία και αλληλεπίδραση επιβιώνουν μέσω της εκκλησιαστικής ομιλίας και της κηρυγματικής δράσης, στην προσπάθειά τους να βελτιστοποιήσουν την επικοινωνιακή ρητορική τους και να συμβάλουν στην ιδεολογική και συναισθηματική ενίσχυση των κυριαρχημένων ελληνόφωνων χριστιανών, οι οποίοι αγωνίζονται να οριοθετήσουν την ταυτότητά τους σε σχέση με τους κυρίαρχους ετερόθρησκους μουσουλμάνους: «Κατά έναν παράξενο τρόπο η θεατρομάχος Εκκλησία, από το Βυζάντιο έως τη νεώτερη εποχή, μέσα από τον άμβωνα διατήρησε ένα κανάλι για την υποκριτική και τη μίμηση ανθρωπίνων παθών και καταστάσεων, με σκοπό να προσφέρει νοήματα, σκέψεις, υποσχέσεις και ελπίδες, να ανοίξει ένα παράθυρο θέας στα ουράνια» (σελ. 40) –αναφέρει ο συγγραφέας σχετικά με τη μεταλλαγμένη «συνέχεια» της κλασικής, ελληνιστικής, ελληνορωμαϊκής θεατρικής και γενικότερα παραστατικής παράδοσης  μέσα στο πλαίσιο της ορθόδοξης Ανατολής.

Ο Αριστείδης Ζάγκλης αναπαριστάνει την κίνηση των χεριών που δηλώνει φόβο, κατά Νεόφυτο Βάμβα.

Ο Αριστείδης Ζάγκλης αναπαριστάνει την κίνηση των χεριών που δηλώνει φόβο, κατά Νεόφυτο Βάμβα.

Μετά την αναλυτική Εισαγωγή, σχετικά με την ταυτότητα και τα είδη του χριστιανικού κηρύγματος, το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία εκτεταμένα μέρη, που παρακολουθούν την εξέλιξή του στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η οποία πολύ απέχει όχι μόνο «από τη ρωμαϊκή περίοδο της επαναστατικής εκκλησίας», αλλά και «από τη βυζαντινή χιλιετία της αγιοποίησης της κρατικής μοναρχικής εξουσίας» (σελ. 103).  Στα δύο πρώτα, αλληλοσυμπληρωματικά, Μέρη (Α. Το δραματικό κήρυγμα και Β. Η παραστασιμότητα του κηρύγματος) διερευνώνται οι παραστατικοί πυρήνες της κηρυγματικής δράσης, που επιβλήθηκε από την Ανατολική Εκκλησία, προκειμένου η ορθόδοξη πίστη να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον διπλό κίνδυνο, των καθολικών ιεραποστόλων και των μουσουλμάνων κατακτητών, αλλά και τον εσωτερικό κίνδυνο της σαθρής θεολογικής γνώσης και της δεισιδαιμονικής επιβάρυνσης των ορθόδοξων τοπικών πληθυσμών. Με βάση πλούσιες πληροφορίες που σταχυολογούνται από επιλεγμένα κείμενα αντιπροσωπευτικών συγγραφέων του νέου ελληνισμού που υπηρέτησαν τη θεωρία και την πράξη του κηρύγματος (ενδεικτικά: Δαμασκηνός Στουδίτης, Φραγκίσκος Σκούφος, Ηλίας Μηνιάτης, Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων κ.ά.), τεκμηριώνεται η εξέλιξη της παραστατικότητας του κηρύγματος, το οποίο κατά τα τέλη του 18ου αιώνα – αρχές 19ου αιώνα «είναι πλέον συγκρίσιμο με τη θεατρική παράσταση» (σελ. 273), σε ό,τι αφορά κατά πρώτο και κύριο λόγο τον σωματικό κώδικα που επιστρατεύει επικοινωνιακά. Στο τρίτο μέρος (Γ. Το κηρυγματικό δράμα), ο συγγραφέας παρακολουθεί –με αφετηρία τη ρητορική παράδοση που κληρονομεί ο 18ος αιώνας και με παράδειγμα μελέτης το ποιητικό έργο του σκοπελίτη Καισάριου Δαπόντε (1713-1784)– τη μετάβαση από το «δραματικό κήρυγμα» στο «κηρυγματικό δράμα»· με άλλα λόγια, παρακολουθεί τη σταδιακή χειραφέτηση του κηρύγματος από την εκκλησιαστική λατρεία  και την αυξανόμενη «εκδραμάτισή» του, σε επίπεδο μορφής και λειτουργίας, μέσω των οποίων συνεχίζει –εμμέσως και διά της μιμήσεως– να επιτελεί την ίδια ιδεολογική αποστολή.

Από το πλούσιο εικονογραφικό υλικό, που παρεμβάλλεται στο βιβλίο, προσέχουμε ιδιαίτερα μία σειρά 24 φωτογραφιών (που έγιναν ειδικά για την έκδοση), όπου αναπαρίστανται (από τον Αριστείδη Ζάγκλη) οι χειρονομίες που προτείνει ο Νεόφυτος Βάμβας (Ρητορική εκ των ενδοξοτέρων τεχνογράφων παλαιών και νεωτέρων, Εν Παρισίοις 1813) για τη σωματική έκφραση διαφορετικών συναισθημάτων και καταστάσεων. Και άλλη σημαντική προσφορά του τόμου: στο Επίμετρο  δημοσιεύονται για πρώτη φορά από το χειρόγραφο 2955 της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών τα θεατρόμορφα κείμενα του Καισάριου Δαπόντε: Διάλογος κατά Αλφάβητον. Περί σωφρόνων νέων και Διάλογος περί σωφρόνων γυναικών.

Πηγή: Μανδραγόρας 49 (2013), σσ. 161-162.

Κατεβάστε το αρχείο της κριτικής ως pdf κάνοντας κλικ εδώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s