ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ: ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΤΗΝ ΤΡΙΛΟΓΙΑ

Τζένη Καρέζη και Νίκος Κούρκουλος στην πρώτη παράσταση της Γειτονιάς των αγγέλων.

Τζένη Καρέζη και Νίκος Κούρκουλος στην πρώτη παράσταση της Γειτονιάς των αγγέλων. Πηγή: Τα Νέα, 3/10/1963.

Γνώριζα τη Γειτονιά των αγγέλων[1] από τα υπέροχα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και από σκόρπιες αναφορές σε μελέτες για το έργο του Καμπανέλλη. Ώσπου εντόπισα το χειρόγραφο του ανέκδοτου έργου που ανήκει στο Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη και φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη».[2] Το κείμενο δομείται σε τρεις πράξεις με εννέα σκηνές και αποτελείται από 67 σελίδες (αριθμημένες εκ των υστέρων, είναι δακτυλόγραφο (εκτός από τα τρία πρώτα φύλλα) και περιέχει χειρόγραφες μουσικές σημειώσεις του ίδιου του Θεοδωράκη. Σε αυτή την πρώτη γραφή του έργου βασίστηκε και το κείμενο που ακολουθεί.

Πειραματισμός με τη φόρμα

Σε ποιο δραματικό είδος ανήκει η Γειτονιά των αγγέλων; Το φθινόπωρο του 1963, με πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη και τον Νίκο Κούρκουλο, το έργο παρουσιάστηκε στις στήλες των θεαμάτων ως «αισθηματικό δράμα με κοινωνική προέκταση», στην κριτική της εποχής έχει καταγραφεί ως «μη καθαρόαιμο δραματικό έργο», ως «λαϊκή όπερα», «λυρικό δράμα», «ιδιόρρυθμη όπερα συνδυασμένη με χορόδραμα», ένα «χορομελόδραμα» που παραπέμπει στο αμερικάνικο μιούζικαλ West Side Story.[3]

Είναι γνωστό πως ο Καμπανέλλης ήταν ένας συγγραφέας ανοιχτός στον πειραματισμό[4] με τη μορφή και τη γραφή των δραματικών ιστοριών του και λίγα χρόνια πριν τη Γειτονιά των αγγέλων είχε δώσει το παραμυθόδραμα Παραμύθι χωρίς όνομα και το κινηματογραφικό σενάριο Η χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλλήκαρα. Στη συγκεκριμένη παράσταση με την ευθύνη που είχε αναλάβει ως συγγραφέας και ως σκηνοθέτης, με βασικούς συνεργάτες τον Μίκη Θεοδωράκη (μουσική), τον Βασίλη Φωτόπουλο (σκηνικά) και τον Βαγγέλη Σειληνό (χορογραφία) είχε τη δυνατότητα να ανοιχτεί σε κάτι νέο και, ίσως, τελείως διαφορετικό από τις προηγούμενες δουλειές του.

Ιάκωβος Καμπανέλλης και Τζένη Καρέζη στη συνέντευξη Τύπου για την παράσταση. Πηγή: Τα Νέα, 21/9/1963.

Με το έργο αυτό ο πατέρας του μεταπολεμικού δράματος βαπτίζεται στο λεγόμενο «ελεύθερο εμπορικό θέατρο». Ήδη, ένας κύκλος είχε κλείσει με τις παραστάσεις της περίφημης τριλογίας της αυλής: Έβδομη μέρα της δημιουργίας (1956), Αυλή των θαυμάτων (1957), Ηλικία της νύχτας (1959). Πριν την πρεμιέρα του έργου στο Θέατρο Κοτοπούλη, μοιάζει να αναγεννάται μετά τις συνεργασίες του με τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης και σπεύδει στη συνέντευξη τύπου[5]  να σχολιάσει το περιβάλλον που είχε γνωρίσει. Αυτό που είχε ζήσει εκεί «την ατμόσφαιρα, τη δουλειά μέσα σε μια έκσταση, την αγάπη για το θέατρο μέσα σ᾽ όλη της την ομορφιά» τη συνάντησε σε έναν θίασο, όπου επικεφαλής ήταν μια ηθοποιός γύρω στα τριάντα, η Τζένη Καρέζη. Για την Καρέζη , εξάλλου, έγραψε το έργο ως παραγγελία το καλοκαίρι του 1963  και με την ίδια ηθοποιό θα συνεργαστεί και στα επόμενα δράματά του. Τελικά, 4 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη παράσταση στο Θέατρο Μαρίκα Κοτοπούλη.

Λαϊκή τραγωδία

Μελετώντας το χειρόγραφο κείμενο του Καμπανέλλη, ο τίτλος του δράματος Η γειτονιά των αγγέλων φορτίζεται με ένα μεταφυσικό στοιχείο, όπως και οι τίτλοι της τριλογίας της αυλής. Από την πρώτη σκηνική οδηγία ο συγγραφέας στήνει στη γειτονιά του ένα τραπέζι με δεκαπέντε άντρες και γυναίκες ντυμένους στα μαύρα και στα άσπρα οι οποίοι «μένουν ασάλευτοι στις θέσεις τους όπως στις ζωγραφιές του μυστικού δείπνου». Ακόμη, όταν περιγράφει τον σκηνικό χώρο του δράματος σημειώνει ότι δεν πρέπει να απεικονιστούν με ρεαλισμό τα σκηνικά, αντίθετα «πρέπει νάναι υποδηλωτικά, η κατασκευή τους διαγραμματική». Αυτή την οδηγία ακολούθησε ο Βασίλης Φωτόπουλος ο οποίος περιέγραψε το σκηνικό ως «λιτό και στιβαρό» στη συνέντευξη τύπου για την παράσταση.

Ας σημειωθεί πως οι ήρωες προεκτείνοντας τον λόγο μιλούν με αποφθεγματικά τετράστιχα που παραπέμπουν στο δημοτικό τραγούδι, ενώ μια μουσικότητα διατρέχει γενικότερα τον προφορικό λόγο. Έτσι, η πρώτη εικόνα κλείνει με ένα τραγούδι το οποίο έρχεται αβίαστα στον Αντρέα, τον πρωταγωνιστή, ο οποίος μεταδίδει τη μελωδία στους άλλους και, όπως θα σημειώσει ο Καμπανέλλης, «σαν η φωνή να τους ερεθίζει, αρχίζουν πολλοί τώρα μαζί να τραγουδάνε στον ίδιο σκοπό».[6] Το αποτέλεσμα είναι να λειτουργεί η κοινότητα της γειτονιάς σαν ένας χορός που θρηνεί τον χαμό ενός νέου γείτονα για να καταλήξει σε ένα τραγούδι αγάπης:

Στρώσε το στρώμα σου για δυό

για σένα και για μένα

ν᾽ αγκαλιαστούμε απ᾽ την αρχή

νάναι όλα αναστημένα.

Το τραγούδι ακολουθεί χορός αντρών ο οποίος συνεχίζεται και χωρίς μουσική. Ωστόσο, η μουσική δεν περιορίζεται μόνο στα ομαδικά τραγούδια αλλά και στις μελωδίες που τραγουδούν οι ήρωες σε διάφορα σημεία των σκηνών, και, σύμφωνα με το κείμενο του έργου, διαχέεται παντού έως το τέλος του δράματος.

Πάντως, προς τον πειραματισμό μας οδηγεί η πληροφορία που δίνει ο ίδιος στη συνέντευξη τύπου προσδιορίζοντας τη Γειτονιά των αγγέλων ως «το πιο απελευθερωμένο από την ακαδημαϊκή τεχνική έργο του»,[7] καθώς  και το σημείωμα του Μίκη Θεοδωράκη όταν εξηγεί στο πρόγραμμα της παράστασης πως είδε το έργο του Καμπανέλλη «σαν ένα ακόμη θετικό βήμα προς την κατεύθυνσι ενός καινούργιου δραματικού-λυρικού ελληνικού θεάτρου». Μάλιστα, ο Θεοδωράκης στο γλυκύτατο μπουζούκι του Ζαμπέτα βρήκε το ιδανικό όργανο για τις μοναδικές μελωδίες του που έντυσαν τους στίχους του Καμπανέλλη και τραγουδάμε μέχρι σήμερα στις συντροφιές. Ο Καμπανέλλης θα συνεργαστεί και πάλι με τον Θεοδωράκη, δύο χρόνια μετά στα Τραγούδια του Μαουτχάουζεν.

Σκίτσο από την παράσταση της Έλλης Σολομωνίδου Μπαλάνου. Μεσημβρινή 7/10/1963.

Σκίτσο από την παράσταση της Έλλης Σολομωνίδου Μπαλάνου. Πηγή: Μεσημβρινή 7/10/1963.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο Θεοδωράκης μόλις έναν χρόνο πριν είχε παρουσιάσει το Τραγούδι του νεκρού αδελφού ως μια λαϊκή όπερα. Τέλος, ο Φωτόπουλος στη συνέντευξη τύπου συνδέει το αφαιρετικό σκηνικό που φιλοτέχνησε με τον ανοιχτό χώρο της αρχαίας τραγωδίας: «επιτρέπει στον λόγο, την κίνησι, τον χορό να λειτουργήσουν χωρίς να φαίνεται το ίδιο. Παρουσιάζει τη γειτονιά, χωρίς όμως να δίνη κανένα στοιχείο της. Θυμίζει απλώς υπαίθριο χώρο». Και οι κριτικοί στέκονται στο σημείο αυτό μιλώντας για λαϊκή τραγωδία και όπερα, όπου έγραψε το λιμπρέτο ο Καμπανέλλης.

Μυρουδιά σα βανίλια

H υπόθεση του έργου είναι απλή. Μία πλούσια νέα φθάνει στην Καστέλλα και γνωρίζει έναν εργάτη. Δεν αργεί ο έρωτας να φουντώσει μεταξύ τους. Όμως, ο έρωτας αυτός είναι ασύμβατος για τα ήθη της λαϊκής περιοχής. Η Ξένια είναι η αντίπαλος της γειτονιάς. Είναι η ξένη που εισβάλλει στην περίκλειστη κοινότητα προκαλώντας μηχανισμούς άμυνας. Είναι η εχθρός γιατί στο πρόσωπό της βλέπουν να αντιπροσωπεύονται οι ισχυροί της κοινωνίας. Τί κοινό μπορεί να έχει μια αριστοκράτισσα από το Κολωνάκι και ένα φτωχόπαιδο από τον Πειραιά; Όπως καταγράφεται στο έργο, στη συνείδηση των ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο oι πλούσιες γυναίκες είναι παράξενες, είναι μάγισσες που ξελογιάζουν και καταστρέφουν τον ευπαθή αρσενικό ανθό της εργατιάς. Όλες αυτές οι ερωτικές γυναίκες που έρχονται από την Αθήνα στον Πειραιά μοιάζουν γιατί έχουν «μια παράξενη μυρουδιά σα βανίλια» και όταν περπατούν μοιάζουν να σιχαίνονται τη γη που πατούν.[8] Ταυτόχρονα, η τάξη της είναι από την άλλη όχθη: είναι ληστές και κλέφτες για τους φτωχούς Πειραιώτες. Από τα τραγούδια και τους χορούς που οικειοποιούνται μέχρι τα παιδιά που ψαρεύουν από τις γειτονιές. Βάζουν και βγάζουν από τη φυλακή όποιον θέλουν. Είναι oι εκφραστές του συστήματος που κατασκευάζουν ανέργους και καταπιέζουν τους αγγέλους της γειτονιάς.

Ο Καμπανέλλης χαρτογραφεί τους αποκλεισμένους οι οποίοι όμως αναπαράγουν την καταπίεσή τους, και γίνονται με τη σειρά τους βασανιστές στη μικρή κοινωνία τους. Στο έργο δεν καταγράφεται τόσο η ανάγκη φυγής από μία μίζερη ταπεινή γειτονιά, αλλά παρουσιάζεται ο λαϊκός χώρος εξωτικά, με μια αυθεντικότητα και «στέρεη πίστη», όπου φαινομενικά μπορεί να βρει καταφύγιο ένας ξένος. Εκεί, κατοικούν πλάσματα μυθικά για τις αστικές τάξεις με κυρίαρχο το αρσενικό ερωτεύσιμο, από τις σωματικές οσμές, εργατόπαιδο. Η Ξένια ομολογεί στον Αντρέα: «τη νύχτα που τραγουδούσες έτσι όπως έκλεινες τα μάτια σου και μια ρυτίδα χάραζε ανάμεσα στα φρύδια σου, μούρθε για μια στιγμή η ανάσα σου στο πρόσωπο… η φωνή σου μύριζε αίμα… και τώρα, κοντά στο γιαπί, πάνω στα τούβλα το σώμα σου μύριζε σώμα και τσιμέντο, τα χέρια σου μοσκομυρίζανε πορτοκάλι».[9]

Η Ξένια διεκδικεί τον έρωτα συνειδητά, όχι σαν άγριο θηλυκό που ζητά ικανοποίηση, αλλά ως απελευθερωμένη γυναίκα που είχε σεξουαλικές σχέσεις από πολύ νωρίς, παντρεύτηκε συμβατικά και χώρισε. Με τον Αντρέα βιώνει την εφηβεία από την αρχή, τα νιάτα που δεν έζησε στη σοβαρή της οικογένεια. Ωστόσο, εκείνος δεν αντέχει την ελευθερία της, δεν συμβιβάζεται με το ερωτικό της βιογραφικό, ηδονοβλεπτικά την πιέζει στον δημόσιο δρόμο να ομολογήσει με λεπτομέρειες τις ερωτικές της συνευρέσεις. Ουσιαστικά, θα την ήθελε μία αμόλυντη παρθένο, ενώ εκείνος ως άντρας είχε το δικαίωμα να πηγαίνει με όποια ήθελε. Η συλλογική παράσταση της πόρνης έχει τυφλώσει τον Αντρέα τόσο, ώστε δεν μπορεί να ακούσει την καρδιά του, δεν είναι σε θέση να δει το ψυχικό κενό της, αδυνατεί να διακρίνει το πρόσωπο από την  κοινωνική τάξη του, και στο τέλος υποτάσσεται στον ηθικισμό της γειτονιάς. Η Ξένια είναι μία κοινή γυναίκα για την οποία είναι βέβαιος ότι θα τον προδώσει. Όπως θα ξεκαθαρίσει στις δηλώσεις που είχε κάνει πριν την πρεμιέρα ο συγγραφέας σε αυτή τη λαϊκή τραγωδία αντιστρέφεται η βασική ιδέα του παλιού ρομάντσου. Στο επίκεντρο δεν είναι η φτωχιά τίμια κοπέλα που δεν τη δέχεται η καλή κοινωνία αλλά η πλουσία που τρώει πόρτα στην «αγγελική» εργατική συνοικία.

Έργο της νέας γενιάς

Το έργο δεν αγιοποιεί την εργατική τάξη και τους απλούς ανθρώπους του περιθωρίου. Αντίθετα, ο κόσμος αυτός, ο καταπιεσμένος από το σύστημα και την εξουσία κρύβει μέσα του ρατσισμό που θα εκφραστεί με τη συμβολική διαπόμπευση της διαφορετικής Ξένιας, όταν οι άντρες του έργου σε μια εξαιρετικά βίαιη σκηνή έρχονται και παίρνουν ένα φουστάνι που είχε χαρίσει σε μια γυναίκα και «το απλώνουν χάμω έτσι όπως θα ξάπλωναν μια γυναίκα κι αρχίζουν ο ένας ύστερα απ᾽ τον άλλον μια χορευτική μίμηση έρωτα -κάτι σα βιασμό του φορέματος».[10]

Ο Αντρέας με τη ζηλότυπη στάση του και την προκατάληψή του προς τη διαφορετική κοινωνική τάξη είναι υπεύθυνος για την αυτοκτονία της Ξένιας. Ο θάνατος της κοσμικής Αθηναίας λειτουργεί ως κάθαρση που θα επιφέρει και τη συνειδητοποίηση της εσφαλμένης νοοτροπίας. Οι φαινομενικά άγγελοι δεν ήταν τελικά πλάσματα στην υπηρεσία του καλού αλλά κοινοί άνθρωποι εγκλωβισμένοι στις έμμονες ιδέες και τις φοβίες τους καθώς και στην περιφρούρηση της ταυτότητας της κοινότητας που ανήκουν.

Τζένη Καρέζη, Νίκος Κούρκουλος. Πηγή: Μεσημβρινή, 3/10/1963.

Σύμφωνα με την προσέγγιση του Βάλτερ Πούχνερ στην παράσταση της Γειτονιάς των αγγέλων που ακολουθεί το Παραμύθι χωρίς όνομα φανερώνεται «μια τάση προς το μουσικό θέατρο με πιο ανοιχτές δραματουργικές δομές, έντονη χρήση μουσικής και τραγούδια για τα οποία ο ίδιος ο Καμπανέλλης γράφει τους στίχους. Έτσι ανοίγει μια νέα διάσταση λογοτεχνικής έκφρασης, την οποία εντάσσει στη θεατρική του παραγωγή».[11]

Ακόμη, ο Πλάτων Μαυρομούστακος όταν μιλάει για το ελληνικό θέατρο των αρχών της δεκαετίας του ᾽60 επισημαίνει τον εμπλουτισμό της θεατρικής ζωής στην πρωτεύουσα με νέες μορφές όπου η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο αποτιμώντας ότι «οι προσπάθειες αυτές στοχεύουν να προσελκύσουν ευρύτερο κοινό, το οποίο επιθυμούν να κατευθύνουν προς μια ελληνική μουσική νέας ποιότητας που θα στηρίζεται κυρίως στο τραγούδι». Και συνεχίζει: «Η συμμετοχή καλλιτεχνών του θεάτρου στις μουσικές εκδηλώσεις αποτελεί επίσης έκφραση μιας κοινής ιδεολογικής και πολιτικής στάσης. Ενδεικτικό στοιχείο για την έντονη σχέση της μουσικής με το θέατρο αποτελεί το γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός τραγουδιών που γίνονται μεγάλες επιτυχίες προέρχονται από θεατρικές παραστάσεις και τραγουδιούνται από στόμα σε στόμα, άλλοτε δυνατά και άλλοτε συνωμοτικά, αλλά πάντα με την ενδόμυχη επιθυμία αν όχι να εκφράσουν την αντίθεση προς την πολιτική εξουσία, τουλάχιστον να προβάλουν  τη διεκδίκηση μιας άλλης στάσης ζωής και την απόρριψη των συμβιβασμών ή των προκαταλήψεων που επιβάλλει η σύγχονη κοινωνία».[12]

Πράγματι, αυτά τα συμπεράσματα τεκμηριώνονται τώρα και από το χειρόγραφο του Καμπανέλλη όπου είναι ξεκάθαρο ότι η πρόθεση ήταν να δέσει χορός και τραγούδι, με τον λόγο των ηθοποιών. Αυτή είναι και η βασική ιδέα που διατρέχει τις δηλώσεις των συντελεστών και τα δημοσιεύματα της εποχής όταν αναρωτιούνται για την επιτυχία της προσπάθειας.[13] Θεωρώ ότι, πέρα από ταμπέλες δραματικών ειδών, η Γειτονιά των αγγέλων μπορεί να κατανοηθεί ως ένα εγχείρημα σε μια εποχή πριν τη δικτατορία που ευνοούσε τον πειραματισμό και την καινοτομία στην τέχνη σε μια συστράτευση δημιουργών από τον χώρο του θεάτρου και της μουσικής που εκφράζουν τους δικούς τους προβληματισμούς για τις παραστατικές τέχνες, και κυρίως τη σχέση σκηνικού λόγου, χορού και μουσικής. Είχαν προηγηθεί η Οδός ονείρων, η Όμορφη πόλη. Εδώ, στην πρώτη παράσταση του έργου Η γειτονιά των αγγέλων, Καμπανέλλης, Θεοδωράκης, Φωτόπουλος, Σειληνός, Κούρκουλος και Καρέζη πρόσφεραν μια θεατρική πρόταση νέων δημιουργών με ένα έργο της «νέας γενιάς».


[1] Μία πρώτη μορφή του κειμένου υπάρχει στο πρόγραμμα για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που έχει πρεμιέρα την Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013.

[2] Ευχαριστώ θερμά την Κατερίνα Καμπανέλλη και τη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη» για την άδεια να διαβάσω το πρωτότυπο κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, καθώς και τη Ντίνα Σταματογιαννάκη για τη βοήθεια στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Για μια πρώτη γνωριμία με τον βίο και το έργο του μεγαλύτερου μεταπολεμικού μας δραματουργού βλ. τον επίσημο ιστότοπο για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη με τεκμήρια και υλικό για την πνευματική του παραγωγή: http://www.kambanellis.gr/

[3] Οι χαρακτηρισμοί στις εφημερίδες και τα έντυπα της εποχής: Κ.Ο., «“Η γειτονιά των αγγέλων” των Ιάκωβου Καμπανέλλη και Μίκη Θεοδωράκη», Έθνος 5/10/1963. Κλέων Παράσχος, «“Η γειτονιά των αγγέλων” Ιάκ. Καμπανέλλη (Θέατρον Κοτοπούλη)», Η Καθημερινή 6/10/1963. Αλέξης Διαμαντόπουλος, «Του Καμπανέλλη “Η γειτονιά των αγγέλων” στο θέατρο Κοτοπούλη, Μεσημβρινή 7/10/1963. Άγγελος Τερζάκης, «“Η γειτονιά των αγγέλων” του Ιάκωβου Καμπανέλλη (Θέατρο “Κοτοπούλη”)», Το Βήμα 8/10/1963. Μάριος Πλωρίτης, «Η γειτονιά των αγγέλων του Ιάκ. Καμπανέλλη. Θίασος Τζ. Καρέζη, Θέατρο Κοτοπούλη», Ελευθερία 8/10/1963. Βάσος Βαρίκας, «Η γειτονιά των Αγγέλων» Τα Νέα, 11/10/1963. Άλκης Θρύλος, «1 Νοεμβρίου 1963: Η έναρξη της χειμωνιάτικης περιόδου , Α´.», στον τόμο Το ελληνικό θέατρο, Θ´ τόμος, 1962-1963, Αθήναι 1980, σ. 354-358. Το 1969 το θεατρικό έργο διασκευάστηκε σε σενάριο ταινίας από τον Γιάννη Δαλιανίδη που τη σκηνοθέτησε με τον τίτλο Γυμνοί στον δρόμο με νέα μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και άλλους στίχους τραγουδιών. Για μια πρώτη αποτίμηση βλ. Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, «Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο ελληνικός κινηματογράφος», Αριάδνη, Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης,  7 (1994), σελ. 188-190. Ανάμεσα στους ηθοποιούς που παίζουν στην ταινία συναντούμε τον Κώστα Τσιάνο, τον σκηνοθέτη της νέας μεταφοράς της Γειτονιάς στο Εθνικό Θέατρο. Eιδικότερα για τον πρωταγωνιστή της ταινίας Αντρέα που έπαιξε, όπως και στην παράσταση ο Νίκος Κούρκουλος (τη θέση της Καρέζη έλαβε στην ταινία η Ζωή Λάσκαρη), βλ. Κ. Κυριακός: «Αναπαραστάσεις της ανδρικής ταυτότητας στο κινηματογραφικό (σεναριογραφικό και σκηνοθετικό) έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη», Πρακτικά πανελληνίου συνεδρίου προς τιμήν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, Πάτρα: Περί τεχνών, 2006.σ. 288-326.

[4] Βλ. Βάλτερ Πούχνερ »Η θέση του Καμπανέλλη στη μεταπολεμική δραματουργία», Είδωλα και ομοιώματα. Πέντε θεατρολογικά μελετήματα, Νεφέλη, Αθήνα 2000, σελ. 123 εξ.

[5] Φάνης Κλεάνθης, «“Η γειτονιά των αγγέλων” ένα έργο της νέας γενιάς. Καρέζη και Κούρκουλος τέλειοι χορευταί», Τα Νέα, 21/9/1963.

[6] Για τα τραγούδια στη δραματουργία του Καμπανέλλη βλ. Γιώργος Πεφάνης, «Τα θεατρικά τραγούδια του Ιάκωβου Καμπανέλη», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ ΛΣ (2004-2005), σελ. 257-327.

[7] Κλεάνθης, ό.π.

[8] Με τα λόγια της μάννας του έργου (σελ. 10 του χειρογράφου).

[9] Σελ. 20 του χειρογράφου.

[10] Σελ. 37 του χειρογράφου.

[11] Βάλτερ Πούχνερ, Τοπία ψυχής και μύθοι πολιτείας. Το θεατρικό σύμπαν του Ιάκωβου Καμπανέλλη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα , 2010, σελ. 408.

[12] Πλάτων Μαυρομούστακος, Το θέατρο στην Ελλάδα 1940-2000. Μια επισκόπηση, Καστανιώτης, Αθήνα 2005, σελ. 122-126.

[13] 5 Νοεμβρίου του 1963 στα Νέα διαβάζουμε ότι η Καρέζη ανεβάζει με τον ίδιο (σχεδόν) θίασο το Κουτό κορίτσι «τη μεγάλη επιτυχία του καλοκαιριού». Ήταν μια διασκευή του Καμπανέλλη επάνω στο έργο Born yesterday του Garson Kanin. Έχει περάσει ακριβώς ένας μήνας από την πρεμιέρα της Γειτονιάς των αγγέλων. Οι λόγοι που δεν δούλεψε εμπορικά η παράσταση δεν μπορούν να αναζητηθούν εδώ. Ας επισημανθεί ότι το έργο δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των κριτικών της εποχής, των οποίων τα κείμενα στις εφημερίδες δημοσιεύθηκαν αμέσως μετά την πρεμιέρα και, ενδεχομένως, επηρέασαν αρνητικά. Ακόμη, δεν αποκλείεται να ενόχλησε το αθηναϊκό κοινό που παρακολούθησε την παράσταση ο ρόλος της κεντρικής ηρωΐδας η οποία επιλέγει να εγκαταλείψει την τάξη της για να ζήσει στη φτωχογειτονιά της Καστέλλας αλλά αποτυγχάνει. Ίσως, δεν πέρασε στο κοινό, που περίμενε να απολαύσει τη μουσική, και η πρώτη εμφάνιση του άγνωστου, ακόμη, τραγουδιστή Γιάννη Πουλόπουλου. Από τότε, και από όσο γνωρίζω, δεν δοκιμάστηκε σε επόμενη παράσταση το έργο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s