ΦΟΒΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Τέτοιες μέρες θυμᾶμαι πάντα τὸν καλό μου φίλο Ματθαῖο Μουντέ. Τὸν ποιητή. Ὁ Ματθαῖος εἶχε φτιάξει ἕνα κελλάκι στὴν Οὐρανούπολη, στὰ πόδια τοῦ Ἄθωνα, ὅπως χαρακτήριζε τὸ χωριουδάκι μὲ τὸ λιμάνι ποὺ συνόρευε μὲ τὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἐκεῖ, συνδέθηκε μὲ ἰσχυρὲς φιλίες μὲ ντόπιους, τὸν Μπάμπη καὶ τὴν Κούλα, τὴν κυρία Καμάδα, τὸν Ἰωσὴφ τὸν Λεμονή, τὸν ἑστιάτορα. Ἐκεῖ, τὸν ἔφερε ἡ ζωή του, μετὰ ἀπὸ περιπλανήσεις καὶ προσκυνήματα, νὰ ἁγναντεύει τὴν κορυφὴ τοῦ ἅγιου βουνοῦ, νὰ ἔρχονται καλόγεροι στὸ σπίτι του, μαθητές του ἀλλὰ καὶ καλλιτέχνες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ποὺ τοὺς προετοίμαζε γιὰ τὸ προσκύνημα σὲ μοναστήρια καὶ σκῆτες. Ἀγάπησε τὴν Οὐρανούπολη σὰ δεύτερη πατρίδα του. Μετὰ τὴ Χίο καὶ τὸ Βροντάδος. Σὲ ἕνα παλαιὸ ξύλινο γραφειάκι ἀγορασμένο ἀπὸ τὸ Μοναστηράκι ἔγραφε στίχους, διάβαζε Διονύσιο Σολωμό, παρηγοριόταν μὲ τὶς ἱστορίες τοῦ Παπαδιαμάντη. Καθισμένος στὸ ντιβάνι του ἀναπολοῦσε τὸν Νικόλαο, τὸ γεροντάκι ποὺ θαύμαζε καὶ εἶχε γνωρίσει στὶς Καρυὲς τοῦ τέλους τοῦ 1960. Ἀπὸ τὸ παράθυρό του ἔβλεπε τὰ καραβάκια νὰ ἀναχωροῦν γιὰ τὴ Δάφνη ἢ περίμενε νὰ γυρίσει ἡ Σαπφὼ ἀπὸ τὸ ψάρεμα. Ὅσοι ἔζησαν σὲ αὐτὸ τὸ σπιτάκι θὰ ἔχουν νὰ ποῦν πολλὲς ἱστορίες. Ἐγὼ θυμᾶμαι πόσο ἰσχυρὴ ἦταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Παναγία. Ἡ μνήμη του ἐπέστρεφε στὰ παιδικά του χρόνια, συναντοῦσε τὸν Κόντογλου καὶ τὸν Παπατσώνη, συνομιλοῦσε μὲ τὸν Ρίτσο καὶ τὸν Ρίλκε. Ὀφείλω πολλὰ στὸν Ματθαῖο. Καὶ ὅσοι τὸν εἶχαν δάσκαλο στοῦ Μωραΐτη ἢ στοῦ Παναγιωτόπουλου ὑπῆρξαν εὐλογημένοι ἄνθρωποι.

Ὁ Ματθαῖος στὴ βεράντα τοῦ σπιτιοῦ του στὴν Οὐρανούπολη, κρατώντας τὴ λατρεμένη του Σκουριά.

Ὁ Ματθαῖος στὴ βεράντα τοῦ σπιτιοῦ του στὴν Οὐρανούπολη, κρατώντας τὴ λατρεμένη του Σκουριά.

Τὴν ποιητικὴ συλλογή του Νηπιοβαπτισμὸς ὁ Μουντὲς τὴν ἔγραψε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν ὁλοκλήρωσε τὸν Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1992 στὴν Οὐρανούπολη. Ἀπὸ ἐκεῖ διαλέγω ἕνα ποίημα ποὺ τοῦ ἄρεσε νὰ διαβἀζει δημόσια.

Ἡ φοβερὰ προστασία

Μνήμη Γέροντα Νικολάου Κελλιώτη στὶς Καρυές

Ν᾽ ἀξιωθῶ νὰ τρυπήσω

μὲ τὸ δόρυ τῆς προσευχῆς

τὸ φράγμα ποὺ μὲ χωρίζει ἀπὸ σένα

καὶ μὲ ἐξισώνει μὲ τὴν ἐξορία.

Σὲ περιμένω νὰ σημαδέψεις

μὲ τὴ σφραγίδα τοῦ οὐράνιου χρόνου

τὰ μικροσκοπικὰ καὶ μπερδεμένα

κομματάκια τῆς μέρας μου

ποὺ κι αὐτὰ εἶναι

τῆς ἀγάπης σου πλάσματα.

Βλέπεις πὼς δὲν μπορῶ νὰ ξεφύγω

ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τοὺς μῆνες μου

θύμα τοῦ ὕψους

κουράστηκα νὰ καραδοκῶ

πῶς θὰ ἀποφύγω

τὸ ἐπικίνδυνο τμῆμα τῆς ψυχῆς μου.

Θά ᾽θελα νὰ μοῦ χαρίσεις

μιὰ νέα συνθήκη συμπάθειας

ποὺ θὰ μὲ βοηθήσει

νὰ ξεράσω τὰ μαῦρα σαββατόβραδα

καὶ τὴ σκληρότητα τῆς ἀπατηλῆς μαγείας.

Μοῦ χρειάζεται ἐπαγρύπνηση

τὸ ξέρω

κι ἕνας τρόπος αἴσθησης

ποὺ θὰ καρποφορεῖ τὴν οὐσία.

Αὐτὸς θὰ μὲ δέσει μὲ τὴν καταγωγὴ

καὶ τὴν οἰκονομία τῶν δακρύων.

Δὲν εἶμαι μονάχος.

Κοίταξε πόσοι ξεκουμπώνουν

τὸ ματωμένο πουκάμισό τους

μπροστά σου

πόσοι ἀδειάζουν τὰ ὄνειρά τους

στὸ χαμηλὸ τραπέζι σου.

Mιὰ πικρὴ ἄρση τοῦ ὕπνου βασανίζει

τὰ κορμιά τους

εἶναι μιὰ ἑρμηνεία σκοτεινή

ξένη μὲ τὸ ἀντίδωρο τῶν δέντρων

τοῦ περιβολιοῦ σου.

Ἐσὺ θὰ μᾶς διδάξεις τὸ νέο λεξιλόγιο

μὲ κομμάτια ἀπὸ κρύσταλλο

καὶ ψωμί

ποὺ ἐκτείνει τὸ χρόνο μας

ὣς τὴ στεγανότητα τοῦ θανάτου.

Τάραξε τὴν πρόστυχη ἐπιφάνεια

ποὺ μᾶς κρύβει τὸ θεῖο βάθος

μὴν ἐπιτρέπεις νὰ ἐξάπτουν

τὴν ἀδυναμία μας

μὲ πράξεις βεβήλωσης

καὶ ψευτιᾶς.

Δῶσε μας τὴ δύναμη νὰ μὴν

πονᾶμε τὶς νύχτες

τὴ χειραφέτηση ἀπὸ τὸ θυμό

ἀπὸ κάθε ἀντικείμενο

πόθου καὶ φθορᾶς.

Δές με. Ὑπομένοντας τὴν πραγματικότητα

τοῦ θανάτου

ποὺ μοῦ ἑτοιμάσανε

τεντώνω τὰ χέρια στὸ σταυρό.

Περιμένω τὰ καρφιὰ τῆς μνήμης

ποὺ θὰ διαλύσουν τὴν ἀρχαία συμμετρία τῆς ἀθωότητας.

Ἄκουσε, ἡ κατανόησή σου γλιστρᾶ

μέσα ἀπὸ βάλτους καὶ χρυσάνθεμα

φτυάρι ἀόρατο σαρώνει τὴν ὁμίχλη

τὴ γνώριμη μητέρα τῆς ὀδύνης.

Ἡ πιὸ ἔγκυρη ἔκφραση τῆς ἐρημιᾶς

εἶναι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὰ ἔπιπλα.

Ὑπάρχει ἀκόμα ἡ ἀνατροφὴ

τῶν πουλιῶν στὰ φυλλώματα

καὶ στοὺς χυμοὺς τῶν οἰκτιρμῶν.

Βγαίνω τώρα ἀπὸ μένα.

Δὲν θέλω νὰ δηλητηριάζω

τὴν ἐμπειρία τοῦ ἀσκητῆ

μὲ τὰ τυχαῖα γνωρίσματα τοῦ οἴκτου.

Φώναξέ τους

πὼς ἡ σκληρότητά τους

δὲν μ᾽ ἀγγίζει πιὰ

πὼς ἡ σκληρότητά τους γυρίζει

πίσω στοὺς ἴδιους

σὰν τὸν αὐτοβασανισμὸ

τῶν πεθαμένων.

Τυπικάρης στὸ ἐγκόσμιο καθολικὸ

νιώθω νὰ σταλάζει

ἡ κατάφαση τῆς ἐρήμου

στὰ βλέφαρά μου.

Βηματάρης στὴν ἀθωνίτικη κόγχη σου

ἀσχολοῦμαι μονάχα μὲ μικρές

προσθῆκες

στὸν οὐράνιο χρόνο καὶ στοὺς χρησμούς.

Ἀμπελικὸς στὸ μικρὸ ἀμπελώνα

τοῦ λόφου σου

κερδίζω ἀπὸ τὸν οἶνο σου

τὴ λήθη στὸ μαρτύριό μου.

Τώρα μοῦ φτάνει ἡ θέα τοῦ μεσότοιχου.

Οἰκονόμισσα, μὲ πλούτισες

τόσο ποὺ δὲν ἐκλιπαρῶ πιὰ

τὴ φτηνὴ γενναιοδωρία τῶν γυμνοσαλιάγκων.

Μὲ ἀξίωσες νὰ ἀρκοῦμαι

στὴν ἐλεημοσύνη τῶν στίχων.

Γερόντισσα, μὲ δίδαξες

νὰ ἀδιαφορῶ γιὰ τὰ ἐπιφανειακά

μηνύματα τῶν κυμβἀλων

καὶ τῶν σκουληκιῶν.

Πορταΐτισα, φυλᾶς τὴν πόρτα μου

Ρόδο Ἀμάραντο, ποὺ μοῦ ραίνεις τὴν ἐρημιά

μὲ ροδόσταμο

Ἄξιον ἐστί, ποὺ μὲ δυναμώνεις

ν᾽ ἀνασηκωθῶ σφαδάζοντας

μπροστὰ στὴν εἰκόνα σου.

Ἄξιον ἐστί, ἀνασηκώνομαι

σφαδάζοντας μὲ ἀπαντοχή

μπροστἀ σου

γιὰ νὰ διαβάσω στὸ σκοτεινό σου

πρόσωπο γραμμένη

τὴν αὐθεντικότητα τῆς ἀγάπης

πού ᾽ναι πιὸ κραταιή

κι ἀδάμαστη

κι ἀπ᾽ τὸν καιρό.

Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Νηπιοβαπτισμός, Καστανιώτης, Ἀθήνα 1992.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s