ΠΡΩΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ

Τὰ εὐαγγέλια δὲν μιλοῦν γιὰ τὸ ἐπίγειο τέλος τῆς Παρθένου Μαρἰας. Τοὺς πρώτους αἰῶνες μετὰ ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν γνωστὸς ὁ τάφος τῆς μητέρας του οὔτε ὑπῆρχε κάποια παράδοση γιὰ λείψανα ἀλλὰ οὔτε καὶ κάποια ἱστορία γιὰ τὸ ἐὰν πέθανε ὡς μάρτυρας τῆς πρώτης κοινότητας.

Τὴ σιωπὴ διακόπτουν μία σειρὰ κειμένων ποὺ μιλοῦν εὐθέως γιὰ τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς Θεοτόκου, ὅταν πλέον ἔχει διατυπωθεῖ ἡ βασικὴ πίστη γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Προτοῦ, λοιπόν, διαμορφωθεῖ μία ἐπίσημη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση γιὰ τὸ ζήτημα ὑπάρχει ἕνα κενὸ γιὰ τὸν βίο τῆς Παρθένου. Λόγω αὐτοῦ τοῦ κενοῦ θὰ πρέπει νὰ δεχτοῦμε πὼς ἤδη πρέπει νὰ εἶχε τεθεῖ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ.

Ὁ πρῶτος ποὺ ἀναφέρεται στὸ ζήτημα, τὸν 4ο αἰώνα, εἶναι ὁ Ἐπιφάνιος, ἐπίσκοπος Σαλαμίνας Κύπρου, ὅταν ἀντιμετωπίζει μία αἵρεση ποὺ ἔλεγε ὅτι μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἡ Μαρία εἶχε ἐρωτικὲς σχἐσεις μὲ τὸν Ἰωσήφ («Κατὰ Ἀντιδικομαριανιτῶν», στὸ Κατὰ αἱρέσεων, MPG 42, 699-739). Στρέφεται στὶς Γραφὲς καὶ ἐρευνᾶ τὸ θέμα τοῦ τέλους της. Διαπιστώνει αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε καὶ μεῖς:  ὅτι δὲν ἀναφέρεται κάπου ἐὰν «τέθνηκεν», ἂν ἔχει πεθάνει ἢ ἂν δὲν ἔχει πεθάνει. Οὔτε λέει κάτι ἐὰν ἔχει ταφεῖ ἢ δὲν ἔχει ταφεῖ. Καὶ συνεχίζει: οὕτε ἀναφέρει κάπου ἡ Γραφὴ ἐὰν ὁ Ἰωάννης πῆρε μαζί του στὴν Ἀσία τὴν ἁγία Παρθένο. Καὶ δίνει τὴν ἐξήγηση: «ἁπλῶς ἐσιώπησεν ἡ Γραφὴ διὰ τὸ ὑπερβάλλον τοῦ θαύματος, ἵνα μὴ εἰς ἔκπληξιν ἀγάγῃ τὴν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης εὐαγγελιστὴς στὴν Πάτμο. Ἱερώνυμος Μπος. Κρατικὸ Μουσεῖο Βερολίνου.

Τὸ ὅραμα γιὰ τὴ γυναίκα ποὺ εἶναι ντυμένη τὸν ἥλιο ἔχει ἑρμηνευθεῖ ὅτι ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο τῆς Μαρίας Παρθένου, ἂν καὶ μία ἄλλη ἐξήγηση ταυτίζει τὴ γυναικεία μορφὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Στὸν πίνακα ποὺ ἔχει συνθέσει ὁ Ἱερώνυμος Μπὸς (1504) παριστάνεται ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστὴς στὴν Πάτμο, ἐνῶ καταγράφει τὴν ὀπτασία του. Ἕνας Ἄγγελος δείχνει τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας ποὺ περιβάλλεται τὸν φωτεινὸ δίσκο τοῦ ἡλίου. Στὴν ἀγκαλιά της κρατᾶ τὸ βρέφος Χριστό. Κάτω δεξιὰ μία δαιμονικὴ μορφὴ δὲν ἀποσπᾶ τὴν προσοχὴ τοῦ Ἰωάννη ποὺ ἀτενίζει ἐκστατικὸς τὰ οὐράνια. Ἐθνικὸ Κρατικὸ Μουσεῖο Βερολίνου.

Ὅμως, ὁ Ἐπιφάνιος δὲν ἡσυχάζει καὶ σκέφτεται τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Συμεὼν στὴν ὑπαπαντὴ τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ ρομφαία καὶ ἀκόμη θυμᾶται ὅτι ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψη (12) ἀναφέρει τὴν ἱστορία γιὰ τὴ γυναίκα «τὴν περιβεβλημένη τὸν ἥλιο» ποὺ γέννησε τὸ ἀγόρι, τῆς δόθηκαν δύο φτεροῦγες τοῦ ἀετοῦ καὶ ἔζησε στὴν ἔρημο, μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ὄφεως. Μήπως, λοιπόν, ἔμεινε ἀθάνατη ἡ Μαρία ἢ μήπως πάλι ἔζησε καὶ πέθανε, ὅπως ὅλοι οἱ θνητοί; Ὁ Ἐπιφάνιος στέκει μετέωρος, πιστεύοντας ὅτι ἡ σιωπὴ τῶν Γραφῶν εἶναι ἠθελημένη: σκοπεύει στὸ νὰ μὴ δημιουργηθοῦν ὑπόνοιες στοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν τιμηθεῖ ὅπως ἀξίζει σὲ αὐτὸ «τὸ σκεῦος τὸ τίμιον καὶ ἐξοχώτατον».

Κλείνοντας τὴν προβληματική του ὁ Ἐπιφάνιος θέτει κατ᾽ ἐνώπιόν μας ὅλες τὶς πιθανὲς ἐκδοχὲς τοῦ τέλους τῆς Μαρίας:

Ἤτοι γὰρ ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος, καὶ τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις, καὶ ἐν ἁγνείᾳ ἡ τελευτή, καὶ ἐν παρθενίᾳ ὁ στέφανος· ἤτοι ἀνῃρέθη, καθὼς γέγραπται· Καὶ τὴν ψυχὴν αὐτῆς διελεύσεται ρομφαία· ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τὸ κλέος, καὶ ἐν μακαρισμοῖς τὸ ἅγιον αὐτῆς σῶμα· δι᾽ ἧς φῶς ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ· ἤτοι δὲ ἔμεινε.

Παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη κοίμησις γιὰ τὸ τέλος. Ἀλλὰ ούσιαστικὰ δὲν παίρνει προσωπικὴ θέση γιὰ τὴν ὑπόθεση, διότι δὲν ὑπῆρχε μία ἤδη διαμορφωμένη παράδοση. Παραμένει ἐπιφυλακτικός. Ἔτσι, καταλήγει:

Καὶ γὰρ οὐκ ἀδυνατεῖ τῷ Θεῷ πάντα ποιεῖν, ὅσαπερ βούλεται· τὸ τέλος γὰρ αὐτῆς οὐδεὶς ἔγνω.

Κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸ τέλος της, ἂν καὶ ὅλα εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸν Θεό. Στὴ συνέχεια ἐπιβεβαιώνει ὅσα γνωρίζει καὶ πιστεύει γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, τονίζοντας ἰδίως τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς παρθενίας καὶ νὰ μὴ γίνονται ὑπερβολὲς στὶς τιμὲς ποὺ ἀποδίδονται:

Πέρα τοῦ δέοντος οὐ χρὴ τιμᾷν τοὺς ἁγίους, ἀλλὰ τιμᾷν τὸν αὐτῶν Δεσπότην. Παυσάσθω τοίνυν ἡ πλάνη τῶν πεπλανημένων. Οὔτε γὰρ θεὸς ἡ Μαρία, οὔτε ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἔχουσα τὸ σῶμα, ἀλλ᾽ ἐκ συλλήψεως ἀνδρὸς καὶ γυναικός, κατ᾽ ἐπαγγελίαν δέ, ὥσπερ ὁ Ἰσαάκ, οἰκονομηθεῖσα. Καὶ μηδεὶς εἰς ὄνομα ταύτης προφερέτω· ἑαυτοῦ γὰρ τὴν ψυχὴν ἀπόλλει· μήτε πάλιν ἐμπαροινείτω ἐξυβρίζων τὴν ἁγίαν Παρθένον. Μὴ γὰρ γένοιτο! οὐ συνήφθη σαρκὶ μετὰ τὴν κύησιν, οὐδὲ πρὸ τῆς κυήσεως τοῦ Σωτῆρος.

Ὁ χῶρος ποὺ ἀνακαλύφθηκε τὸ Κάθισμα τὸ 1992, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς διάνοιξης τῆς λεωφόρου Ἱεροσολύμων-Βηθλεέμ. Εἶναι ἕνας ἱερὸς χῶρος ποὺ τεκμηριώνει τὴν ἀρχαία λατρεία τῆς Παρθένου Μαρίας στὴν Παλαιστίνη.

Ὁ χῶρος ποὺ ἀνακαλύφθηκε τὸ Κάθισμα τὸ 1992, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς διάνοιξης τῆς λεωφόρου Ἱεροσολύμων-Βηθλεέμ. Σύμφωνα μὲ τὸ πρωτοευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου ἡ Μαρία στὴν πορεία γιὰ τὴ Βηθλεὲμ κάθισε σὲ ἕναν βράχο γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἱερὸς χῶρος ἑνὸς ὀκταγωνικοῦ ναοῦ μὲ παρεκκλήσια καὶ δωμάτια ποὺ τεκμηριώνει τὴν ἀρχαία λατρεία τῆς Παρθένου Μαρίας στὴν Παλαιστίνη. Κτίστηκε τὸν 5ο αἰώνα, τὸν 8ο αἰώνα ὁ ναὸς μετατράπηκε σὲ μουσουλμανικὸ τζαμὶ καὶ καταστράφηκε ἀργότερα. Ὁ χῶρος ἀνήκει στὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων.

Στὰ μισὰ τοῦ 6ου αἰώνα ἡ διάβαση τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ εἶναι πλέον μία ἱστορία γνωστὴ καὶ σεβαστή! Οἱ προσκυνητὲς καταγράφουν τὸν ἱερὸ τόπο ποὺ τιμᾶται ὡς τάφος της καθὼς καὶ τὸν ναὸ ποὺ βρίσκεται ἐκεῖ. Στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν, στὰ Ἱεροσόλυμα ὑπῆρχε ἤδη ἀπὸ τὰ μισὰ τοῦ 5ου αἰώνα ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς μὲ μία βασιλικὴ ἀφιερωμένη στὴν Παναγία ποὺ εἶχε κτιστεῖ ἐκεῖ μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς βασίλισσας Εὐδοκίας καὶ τοῦ πατριάρχη Ἰουβενάλη, ἐνῶ ἕνας ἄλλος ναὸς στὸ σημεῖο τοῦ δρόμου Ἱεροσολύμων-Βηθλεὲμ ποὺ εἶναι γνωστὸ ὡς Κάθισμα συγκέντρωνε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, ἀφοῦ ἐκεῖ εἶχε ἐγκατασταθεῖ μία μοναστικὴ κοινότητα ποὺ τιμοῦσε τὴν Παναγία.

Ἡ καθιέρωση τῆς 15ης Αὐγούστου ὡς ἡ ἡμέρα τοῦ τέλους τοῦ θνητοῦ βίου τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου εἶχε συγκεκριμενοποιηθεῖ, καὶ ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος εἶναι τὸ πρόσωπο κλειδὶ ποὺ θεωρεῖται ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὸ Βυζάντιο, στὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του (582-602), ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ μία λιτὴ ἀναφορὰ τοῦ Νικηφόρου Ξανθόπουλου, ὁ ὁποῖος σημειώνει στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία του (MPG 147, 292):

Μαυρίκιος τὴν τῆς πανάγνου καὶ Θεομήτορος κοίμησιν, κατὰ τὴν πεντεκαιδεκάτην τοῦ Αὐγούστου μηνός.

    Τὸ ἁγίασμα τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν ποὺ σώζεται ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινούπολης.

Τὸ ἁγίασμα τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν ποὺ σώζεται ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινούπολης.

Ἤδη γιὰ νὰ γίνει θεσμὸς ἡ ἀπόλυτα μοναδικὴ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα ἔξοδος τῆς Μαρίας ἀπὸ τὸν κόσμο ἔπρεπε νὰ ἔχουν ξεκαθαριστεῖ τὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὶς φύσεις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ 431 στὴ σύνοδο τῆς Ἐφέσου μὲ τὴ θεολογικὴ παρουσία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ἡ Μαρία ἀποκτᾶ ἐπίσημα τὴν ἰδιότητα τῆς Θεοτόκου καὶ ὁ ὅρος Χριστοτόκος ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος θεωρεῖται πλέον λάθος. Τότε, κτίζεται ἡ περίφημη ἐκκλησία τῆς Ρώμης Santa Maria Maggiore καὶ στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 5ου αἰώνα εἶχαν ἀνοικοδομηθεῖ οἱ πρῶτοι ναοὶ στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸ τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Μάλιστα, ἡ βασίλισσα Πουλχερία σύμφωνα μὲ μία παράδοση θεωρεῖται ὡς ἡ ἱδρύτρια τοῦ περίφημου αὐτοκρατορικοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἀμέσως μετὰ τὸ 451 καὶ τὴ σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας.

Ἀναμφίβολα, ὅσο ἐξελισσόταν ἡ δημόσια ἀπεικόνιση τῆς μορφῆς τῆς μητέρας τοῦ Ἰησοῦ στοὺς τοίχους τῶν ναῶν, καὶ ὅσο ἀπὸ τὸν 60 αἰώνα καθιερώνονταν νέες γιορτὲς ἀπὸ τὸν βίο της, τόσο αὐξανόταν ἡ ἐπίδραση τῆς Παρθένου στὴ λαϊκὴ λατρεία τῶν πιστῶν θιασωτῶν της, ἐμπνέοντας καλλιτέχνες νὰ τὴν ὑμνήσουν καὶ νὰ τὴ λατρέψουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s